ΑΠΟΨΕΙΣ
«Τα συνταγματικά όρια ηλικίας αποχώρησης των δικαστικών λειτουργών υπό το πρίσμα της δικαστικής ανεξαρτησίας προς εξασφάλιση του δικαιώματος του πολίτη στην αμερόληπτη δικανική κρίση και υπό το πρίσμα της πολυσυζητημένης αύξησης του προσδόκιμου ζωής, που χρησιμοποιείται αντιεπιστημονικά ως επιχείρημα για την επέκταση του εργάσιμου βίου τόσο των δικαστικών λειτουργών όσο και των λοιπών εργαζόμενων και επαγγελματιών.»
1. Τα συνταγματικά όρια συνταξιοδότησης των δικαστικών λειτουργών στην Ελλάδα [πλαίσιο, σκοπός και όρια μεταβολής]
Όπως αναπτύχθηκε ευρύτερα στο Συνέδριο σε προηγούμενες εισηγήσεις, η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών δεν θεσπίζεται ως αυτοσκοπός ή προσωπικό προνόμιο αυτών. Αντιθέτως, θεσπίζεται ως αναγκαίο θεσμικό εργαλείο για την αμερόληπτη απονομή της δικαιοσύνης και την προστασία των συνταγματικών και δημοκρατικών αξιών της πολιτείας. Μία από τις σπουδαιότερες θεσμικές εγγυήσεις της ανεξαρτησίας αυτής, αποτελεί η ισοβιότητα, η οποία τερματίζεται με τη συμπλήρωση της νόμιμης ηλικίας αποχώρησης.
Η συνταγματική ρύθμιση του ανώτατου ορίου ηλικίας των δικαστικών λειτουργών συνιστά κρίσιμο πυλώνα της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, καθώς λειτουργεί ως εγγύηση έναντι προσχηματικών ή συγκυριακών παρεμβάσεων στη σύνθεση των δικαστηρίων και διασφαλίζει τη συγκρότηση ενός δικαστικού σώματος θεσμικά θωρακισμένου έναντι πολιτικών επιρροών. Για τον λόγο αυτό, ο συντακτικός νομοθέτης κατοχυρώνει ρητά, στο άρθρο 88 παρ. 5 του Συντάγματος, συγκεκριμένα και αριθμητικά προσδιορισμένα όρια ηλικίας αποχώρησης των δικαστικών λειτουργών (65/67), με ειδική ημερομηνία αποχώρησης και ιδιότυπο καθεστώς για την ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 88 παρ. 5, οι δικαστικοί λειτουργοί έως και τον βαθμό εφέτη/αντεισαγγελέα εφετών αποχωρούν υποχρεωτικά με τη συμπλήρωση του 65ου έτους, όσοι δε κατέχουν ανώτερο βαθμό αποχωρούν με τη συμπλήρωση του 67. Η επιλογή αυτή της συνταγματικής πρόβλεψης των ορίων ηλικίας αποχώρησης των δικαστικών λειτουργών δεν είναι τυχαία, καθώς αποτρέπει την εργαλειοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστών από τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία και στοχεύει στην εκμηδένιση παρεμβάσεων ικανών να αλλοιώσουν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Συνακόλουθα, οποιαδήποτε μεταβολή των ορίων αυτών προϋποθέτει συνταγματική αναθεώρηση και δεν μπορεί να εισαχθεί με κοινό νόμο. Η θέση αυτή, άλλωστε, έχει υποστηριχθεί σταθερά στη θεωρία και στη δημόσια συζήτηση, ακριβώς επειδή η «εργαλειοποίηση» του ορίου ηλικίας θα μπορούσε να επηρεάσει τη σύνθεση των δικαστηρίων.