Ευχαριστούμε θερμά τον Συνήγορο του Πολίτη για την τιμητική πρόσκληση προς την Ένωση Διοικητικών Δικαστών να χαιρετίσει αυτό το τόσο σημαντικό συνέδριο. Ο ΣτΠ είναι μια συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξάρτητη αρχή. Η συμπλοκή της γενικής του αρμοδιότητας με τις ειδικές αρμοδιότητες, συμπεριλαμβανομένης αυτής για εξωτερικό έλεγχο των επιστροφών, η θεσμική και λειτουργική του ανεξαρτησία, η απρόσκοπτη πρόσβαση σε εγκαταστάσεις και σε έγγραφα, η λογοδοσία του και φυσικά η επιστημονική επάρκεια της δουλειάς του, που αποδεικνύεται και στις ετήσιες εκθέσεις για τις επιστροφές αποτελούν και πρέπει να διασφαλιστεί ότι θα παραμείνουν οι εγγυήσεις για την προστασία των δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο και των μεταναστών. Οι διοικητικοί δικαστές αισθανόμαστε ευγνώμονες για τη δουλειά του συνηγόρου, διότι αποτελεί τα μάτια μας στο πεδίο και με τις εκθέσεις του συμβάλλει στο να γειώνεται η κρίση μας στην υπαρκτή πραγματικότητα, αυτή που δεν μπορεί να γίνει σε όλη της την έκταση αντιληπτή μέσα από τα στοιχεία του φακέλου.
Η Ένωση Διοικητικών Δικαστών παρακολουθεί με πολλή προσοχή τις εξελίξεις στον τομέα του δικαίου διεθνούς προστασίας έχοντας επίγνωση ότι στα χέρια των διοικητικών δικαστών εφαρμόζεται και διαπλάθεται νομολογιακά ένας τομέας δημοσίου δικαίου που βρίσκεται σε άρτια σύνδεση με τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας, με τον τρόπο δηλαδή που επιλέγει το κράτος να ασκήσει την κυριαρχία του πρωτίστως στα σύνορα, αλλά και στο εσωτερικό της χώρας, αναφορικά με την εισδοχή σε αυτήν πολιτών τρίτων κρατών. Το γεγονός ότι το δίκαιο διεθνούς προστασίας είναι ως επί το πλείστον ευρωπαϊκό δίκαιο, δηλαδή οι βασικές κατευθυντήριες γραμμές του, το γενικότερο αλλά και ειδικότερο πλαίσιό του διαμορφώνονται στο επίπεδο της ΕΕ, δεν αναιρεί το παραπάνω χαρακτηριστικό του, αλλά μεταφέρει πλευρές της άσκησης της κρατικής εξουσίας σε ενωσιακό επίπεδο. Έτσι, η κοινή ευρωπαϊκή πολιτική ασύλου και ήδη το Νέο Σύμφωνο για το Άσυλο και τη Μετανάστευση δεν συνιστούν μόνο ένα κανονιστικό πλαίσιο ούτε έναν ουδέτερο τεχνικό μηχανισμό, αλλά εκφράζουν μια κοινή πολιτική απόφαση σε επίπεδο ΕΕ όσον αφορά τη διαχείριση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών, η οποία, βέβαια, δεν θα μπορούσε να είναι απαλλαγμένη από τις αντιφάσεις που υπάρχουν στο εσωτερικό της ΕΕ και που καθορίζονται από την ανισόμετρη οικονομική ανάπτυξη των κρατών-μελών και τη διαφορετική γεωπολιτική τους θέση. Έτσι, για παράδειγμα, ενώ στο Νέο Σύμφωνο φαίνεται να ιεραρχείται η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών-μελών και η «δίκαιη κατανομή ευθύνης», υιοθετείται τελικά ένα σύστημα «ευέλικτης» αλληλεγγύης, που επιτρέπει σε οικονομικά ισχυρότερα κράτη-μέλη, που δεν είναι κράτη πρώτης γραμμής, να υποκαθιστούν την πραγματική υποδοχή των αιτούντων άσυλο με χρηματική βοήθεια ή αναλήψεις επιστροφών. Αυτές οι αντιφάσεις, γίνονται αντιληπτές κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου μέσα από τη διαφορετική θεματική των υποθέσεων ασύλου που διαχειρίζονται οι ευρωπαίοι διοικητικοί δικαστές. Για παράδειγμα, η ελληνική νομολογία υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγική στο ζήτημα της ασφαλούς τρίτης χώρας, ενώ η γερμανική νομολογία ασχολήθηκε με το παραδεκτό των δεύτερων αιτήσεων ασύλου σε συνάρτηση με την πλήρωση των συνθηκών υποδοχής των αιτούντων άσυλο στο κράτος πρώτης υποδοχής.
Η αλήθεια είναι, πώς και λόγω της φύσης του δικαίου διεθνούς προστασίας και παρακολουθώντας την μετεξέλιξή του, οι διοικητικοί δικαστές έχουμε αφήσει εν πολλοίς πίσω μας τις ιδεαλιστικές προσεγγίσεις περί του δικαίου ως συστήματος ηθικών αξιών που μπορούν να διαμορφώσουν την ζώσα πραγματικότητα. Η μελέτη του δικαίου διεθνούς προστασίας μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το δίκαιο προσεγγίζεται στη βάση της οικονομίας, στους μεγάλους οικονομικούς ανταγωνισμούς και στο νόμο του κέρδους που καθορίζουν τη μοίρα του πλανήτη και που προς τον σκοπό αυτόν εργαλειοποιούν το δίκαιο, σβήνοντας και ξαναγράφοντας τις θεμελιώδεις αρχές του.
Έτσι, στο υπόμνημα που κατέθεσε η Ένωση Διοικητικών Δικαστών επί του νομοσχεδίου του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου που κατατέθηκε τον Αύγουστο του τρέχοντος έτους, με τίτλο ‘‘Αναμόρφωση πλαισίου και διαδικασιών επιστροφών πολιτών τρίτων χωρών», διαπιστώνουμε, εκφράζοντας τη διαφωνία μας, ότι το νομοσχέδιο αυτό (ήδη νόμος 5226/2025) αυστηροποιεί έτι περαιτέρω το πλαίσιο επιστροφής μεταναστών και επιτείνει την καταστολή τους και αυτό δεν είναι ανεξάρτητο από την στροφή της ευρωπαϊκής οικονομίας προς την πολεμική οικονομία, υπό την έννοια ότι το μεταναστευτικό δίκαιο διαμορφώνεται πλέον στο φόντο της προετοιμασίας της ΕΕ για ενδεχόμενη γενίκευση των πολεμικών συγκρούσεων και αντιμετώπιση των νέων μεταναστευτικών κρίσεων που αυτές θα επιφέρουν. Την αντίληψή μας, άλλωστε, αυτή επιβεβαιώνει το ίδιο το Σύμφωνο για το Άσυλο, καθώς για πρώτη φορά στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου θεσπίζεται αυτόνομος Κανονισμός ειδικά για τη διαχείριση κρίσεων και καταστάσεων ανωτέρας βίας (2024/1359), παρότι ήδη υπήρχαν αποσπασματικά εργαλεία έκτακτης ανάγκης, όπως η Οδηγία Προσωρινής Προστασίας και οι ρήτρες κρίσης σε άλλα νομοθετήματα, ενώ στον Κανονισμό αυτό γίνεται ρητή αναφορά στη «εργαλειοποίηση των προσφυγικών ροών από τρίτες χώρες». Περαιτέρω, στο Communication COM(2020) 609, δηλαδή το συνοδευτικό κείμενο που περιλαμβάνει τους λόγους που ώθησαν στη θέσπιση του νέου Συμφώνου υπάρχουν πολλαπλές αναφορές στις έκτακτες καταστάσεις για τις οποίες πρέπει να προετοιμάζεται η Ευρώπη, οφειλόμενες σε έναν κόσμο αυξανόμενης αβεβαιότητας, όπου η μετανάστευση επηρεάζεται από δημογραφικές, κλιματικές, οικονομικές και γεωπολιτικές εξελίξεις, με ρητή επίσης αναφορά στον παγκόσμιο ανταγωνισμό για την ανεύρεση εργατικού δυναμικού (global race for talent). Συνομολογείται, δηλαδή, ότι το Σύμφωνο συνιστά ένα κομμάτι της ευρύτερης προετοιμασίας της ΕΕ μπροστά στην όξυνση των παγκόσμιων ανταγωνισμών για τη διαχείριση του ενεργειακού πλούτου του πλανήτη και των δρόμων μεταφοράς του, καθώς και την εξασφάλιση στρατιωτικών πλεονεκτημάτων, το τίμημα των οποίων θα πληρώσουν, ως συνήθως και εν γνώσει της ΕΕ οι νέες μάζες εξαθλιωμένων πληθυσμών, οι οποίες, λαμβάνοντας υπόψη τις νέες ρυθμίσεις του Συμφώνου, θα βρεθούν μεταξύ σφύρας και άκμονος.
Χωρίς να αγνοούμε ότι το Νέο Σύμφωνο για το Άσυλο περιέχει και διατάξεις βελτίωσης ορισμένων διαδικαστικών εγγυήσεων, ο συνολικός του προσανατολισμός σηματοδοτεί, κατά τη γνώμη μας, μια σοβαρή οπισθοδρόμηση για το προσφυγικό δίκαιο, καθώς στην ουσία έρχεται να ξαναγράψει το δικαίωμα στο άσυλο. Στη βάση των σκοπιμοτήτων που προαναφέρθηκαν, θεσπίζονται ειδικές διαδικασίες στα σύνορα, με σκοπό οι προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές ουσιαστικά να απωθούνται με fast track διαδικασίες, με έμφαση στο απαράδεκτο των αιτήσεών τους, προς τις χώρες προέλευσης. Περιορίζεται δηλαδή η ουσιαστική εξέταση των αιτημάτων ασύλου και αυτό δημιουργεί μια de facto αποδυνάμωση του ίδιου του δικαιώματος. Σε αυτή την κατεύθυνση συμβάλλει και η πρόταση της Κομισιόν για τροποποίηση του κανονισμού της ΕΕ 2024/1348 όσον αφορά την έννοια της ασφαλούς τρίτης χώρας, σύμφωνα με την οποία το κριτήριο του επαρκούς συνδέσμου με την τρίτη χώρα θα είναι πλέον προαιρετικό για τα κράτη μέλη, ενώ σε περίπτωση που δεν επιλέξουν την εφαρμογή του θα ακολουθείται είτε το κριτήριο της διέλευσης είτε το κριτήριο της διακρατικής συμφωνίας με την τρίτη χώρα, στην οποία και θα επιστρέφεται ο αιτών άσυλο, -ήδη, στο νέο κανονισμό 2024/1438, που αποτελεί μέρος του Συμφώνου, η έννοια της ασφαλούς τρίτης χώρας έχει διευρυνθεί, καθώς το νέο καθεστώς δεν προϋποθέτει πλέον ρητά τη συμβατική δέσμευση της τρίτης χώρας στη Σύμβαση της Γενεύης-, όπως επίσης και η πρόταση της Κομισιόν για κατάργηση του αυτόματου ανασταλτικού αποτελέσματος της (ενδικοφανούς) προσφυγής κατά της απορριπτικής απόφασης ασύλου. Προπομπό της νέας αυτής πραγματικότητας αποτέλεσε η τροπολογία του υπουργείου Μετανάστευσης (θεσπίστηκε με το άρθρο 79 του ν. 5218/2025), για τρίμηνη αναστολή της υποβολής αιτήσεων ασύλου από ανθρώπους που φτάνουν στη χώρα από τη Βόρεια Αφρική και πρόβλεψη για άμεση απέλασή τους από τη χώρα χωρίς καταγραφή, ρύθμιση στην οποία η Ένωση Διοικητικών Δικαστών εναντιώθηκε μαζί με πλήθος φορέων και οργανώσεων.
Οι παραπάνω συνοριακές διαδικασίες προϋποθέτουν την ταχεία εκκαθάριση των αιτήσεων ασύλου. Τόσο οι υπηρεσίες ασύλου όσο και οι διοικητικοί δικαστές θα βρεθούν στην πρώτη γραμμή της εφαρμογής των νέων αυτών ρυθμίσεων, καλούμενοι, όμως, να ανταπεξέλθουν και μάλιστα, σε ένα πρωτόγνωρο νομικό τοπίο, εντός ασφυκτικών προθεσμιών. Το δικαιοδοτικό έργο λοιπόν εργαλειοποιείται όπως και το δυναμικό του, οι διοικητικοί δικαστές, για την εξυπηρέτηση των παραπάνω σχεδιασμών, οι οποίοι απαιτούν μια υπερένταση των δυνάμεων των Ελλήνων διοικητικών δικαστών, σε μια εποχή όμως μισθολογικής καθίζησης μας από το 2008 και ήδη εντατικοποίησης της εργασίας μας, όπως έχουμε αναδείξει με ψήφισμά μας. Σας αναφέρω ότι ως Ένωση επεξεργαζόμαστε την ιδέα νομοθετικής πρότασης για τη σύσταση ενός δικαστηρίου ασύλου, ώστε με μεγαλύτερη επάρκεια και σε εξειδίκευση και σε ανθρώπινο δυναμικό να μπορούμε να δικάζουμε τις υποθέσεις ασύλου.
Αγαπητοί σύνεδροι, η Ένωση Διοικητικών Δικαστών παρεμβαίνει στον επιστημονικό διάλογο, έχοντας την αντίληψη, ότι η ενωσιακή νομοθεσία για το άσυλο δεν αποτελεί ένα αυτοτελές, κλειστό σύστημα, αλλά έχει διαμορφωθεί και λειτουργεί εντός του ευρύτερου πλαισίου του διεθνούς δικαίου προστασίας των προσφύγων (ιδίως της Σύμβασης της Γενεύης και του Πρωτοκόλλου του 1967), με τα οποία οφείλει να παραμένει συμβατή, όπως άλλωστε υπενθυμίζεται και στο άρθρο 78 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 18 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ενώ παράλληλα η διαμόρφωσή του αλληλεπιδρά και με την έκταση της παραβίασης του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και του δικαίου των ένοπλων συρράξεων. Το προσφυγικό δίκαιο είναι ένα δίκαιο μεροληπτικό. Δεν έρχεται να επιλύσει μια διαφορά ανάμεσα σε δύο ισοδύναμα μέρη, αλλά να απονείμει προστασία σε αυτόν που κατά τεκμήριο αναγνωρίζεται ως το αδύναμο, το ευάλωτο μέρος μιας ιστορικής συγκυρίας. Και αυτό απαιτεί από πλευράς μας την ουσιαστική διερεύνηση του πραγματικού κάθε υπόθεσης. Έτσι, λοιπόν, ανεξάρτητα από την επίσημη κάθε φορά εκδοχή της πραγματικότητας, ο διοικητικός δικαστής οφείλει να διερευνά την αλήθεια και η έρευνα αυτή δεν μπορεί παρά να τον οδηγεί στα βαθύτερα αίτια της μετανάστευσης και της προσφυγιάς και να τον φέρνει σε τριβή με τις πιο ποταπές, ταπεινωτικές και εξευτελιστικές εκφάνσεις της ανθρώπινης ιστορίας, από τα κυκλώματα εμπορίας ανθρώπων μέχρι τη φρίκη του πολέμου και του μαζικού ξεριζωμού. Όχι από συναισθηματισμό, αλλά πρώτα απ’ όλα για να μείνει αμερόληπτος και ανεξάρτητος στη δικαιοδοτική του κρίση, ο διοικητικός δικαστής οφείλει να μην ταυτίζεται ούτε να συμμορφώνεται εκ προοιμίου με τις επιδιώξεις της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά να ξεκινάει αντίστροφα, από αυτόν που αντικειμενικά φέρει το μικρότερο μερίδιο ισχύος. Όπως είπε και ο περίφημος Γάλλος δικαστής Οσβάλ Μποντό απευθυνόμενος σε νέους συναδέλφους του: “για να κρατήσετε τη ζυγαριά ανάμεσα στον ισχυρό και τον αδύναμο- που δεν έχουν ίσο βάρος – πρέπει να την κάνετε να γείρει λίγο προς τη μία πλευρά. Να έχετε προκατάληψη υπέρ της γυναίκας απέναντι στον άντρα, του παιδιού απέναντι στον πατέρα, του οφειλέτη απέναντι στον πιστωτή, του εργάτη απέναντι στον εργοδότη”, του εξαθλιωμένου απέναντι στον εκμεταλλευτή του. Αυτό, αγαπητοί σύνεδροι, δεν είναι σε καμία περίπτωση δον κιχωτισμός, αλλά η ελάχιστη μεροληψία που απαιτεί η απονομή της ουσιαστικής, της πραγματικής δικαιοσύνης.
Με αυτές τις σκέψεις σας ευχόμαστε καλές εργασίες στο συνέδριό σας και μια πλούσια και εποικοδομητική συζήτηση.