Κοινωνικός αυτοματισμός και δημόσια υγεία

 

Βασίλης Φαϊτάς,  Εφέτης ΔΔ,  Γενικός Γραμματέας της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών

Αθήνα,  3.11.2020        

       Μπροστά στη νέα έξαρση της πανδημίας αναμέναμε για αρκετές μέρες την προαναγγελθείσα ΚΥΑ που θα εξειδίκευε μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας, μεταξύ άλλων, και για τα δικαστήρια της Χώρας. Οι δικαστικές ενώσεις, με δεδομένο ότι έως σήμερα δεν έχουν ληφθεί σοβαρά μέτρα για την ασφαλή λειτουργία των δικαστηρίων (πολλά διοικητικά δικαστήρια, για παράδειγμα, λειτουργούν σε πολυκατοικίες των δεκαετιών του 1960 και του 1970 και αδυνατούν αντικειμενικά, ελλείψει χώρου, να αντιμετωπίσουν το συνήθη «συνωστισμό» που παρατηρείται στις «κανονικές» συνθήκες), υποβάλαμε, εν αναμονή της έκδοσης της ΚΥΑ, σειρά προτάσεων για την μία περιορισμένη λειτουργία των δικαστηρίων, ώστε να επιτευχθεί τουλάχιστον ένας συγκερασμός μεταξύ της ανάγκης συνέχισης της λειτουργίας των δικαστηρίων και της αντίστοιχης για προστασία, κατά το δυνατό, της δημόσιας υγείας.

      Την ώρα εκείνη ο Πρόεδρος της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας δήλωνε ότι εμείς, οι εκπρόσωποι των δικαστών, επιχειρήσαμε «χωρίς επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση και με την ασφάλεια που μας παρέχει η θέση μας, να περιορίσουμε τη λειτουργία των δικαστηρίων και να στερήσουμε την απρόσκοπτη πρόσβαση των πολιτών σε αυτά». Μάλιστα κατά έναν πραγματικά ακατανόητο τρόπο μας αποκάλεσε «το μειοψηφικό τμήμα» των δικαστών (αμφισβητεί αλήθεια τις δημοκρατικές διαδικασίες ανάδειξής μας; εννοεί ότι οι υπόλοιποι δικαστές δεν συμφωνούσαν με τις προτάσεις της ένωσής τους ; ή τι άλλο εννοεί;).  

     Μόνο ανησυχία μπορεί να προκαλεί ένας τέτοιος αποπροσανατολισμός, ιδίως στις σημερινές συνθήκες που η κυβέρνηση συνεχίζει να μην ακούει τις προτάσεις μας και να μην λαμβάνει το σύνολο των αναγκαίων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας στους χώρους των δικαστηρίων. Καμία αντιπαλότητα δεν υπάρχει μεταξύ δικηγόρων, δικαστών, αλλά και δικαστικών υπαλλήλων. Η πλειοψηφία των δικηγόρων, άλλωστε, υφίστανται κάθε μέρα τις συνέπειες της υποχρηματοδότησης της Δικαιοσύνης και της ανεπάρκειας των υποδομών της, οι οποίες συνεπάγονται για τους ίδιους αναντίστοιχη ταλαιπωρία και απώλεια χρόνου στα δικαστήρια και στις δημόσιες υπηρεσίες. Οι δικηγόροι εισέρχονται και εργάζονται στα ίδια ακατάλληλα και ανεπαρκή κτήρια στα οποία ασκούμε και εμείς τα καθήκοντά μας. Εκεί όπου εργάζονται σε αντίξοες συνθήκες οι δικαστικοί υπάλληλοι, εκεί όπου καθημερινά εισέρχονται υπομονετικά χιλιάδες πολίτες για την εκδίκαση των υποθέσεών τους. Τον ίδιο κίνδυνο με μας (ίσως και μεγαλύτερο) έχουν να αντιμετωπίσουν και οι δικηγόροι που θα εισέλθουν για να ασκήσουν τα καθήκοντά του σε ένα δικαστήριο, όταν δεν θα έχει εξασφαλιστεί η λειτουργία του τελευταίου κατά τον τρόπο που επιβάλλει η νέα έξαρση της πανδημίας. 

      Και δυστυχώς αυτό δεν έχει γίνει. Τα περισσότερα διοικητικά δικαστήρια δεν διαθέτουν επαρκείς χώρους, ιδίως γραμματειών, ώστε να μπορούν να τηρηθούν οι οδηγίες των ειδικών (π.χ. τήρηση των αποστάσεων 1,5 μ. κλπ). Την περίοδο αυτή φαίνονται ακόμα πιο έντονες οι ελλείψεις σε προσωπικό δικαστικών υπαλλήλων, αλλά και σε υλικοτεχνικές υποδομές. Σήμερα φαίνονται ακόμα πιο έντονες οι συνέπειες της γραφειοκρατίας. Ούτε καν το αίτημα για χορήγηση plexi-glas στις έδρες και στις γραμματείες δεν έχει ικανοποιήσει πλήρως η κυβέρνηση. Πρόσφατα μεγάλο διοικητικό δικαστήριο τοποθέτησε plexi-glas στην έδρα με δαπάνη των ίδιων των δικαστών που υπηρετούν σε αυτό. Δεν λήφθηκε απόφαση ούτε καν για δωρεάν τεστ covid από το κράτος σε δικαστές και δικαστικούς υπαλλήλους.

       Οι δικαστές, οι δικαστικοί υπάλληλοι και η συντριπτική πλειοψηφία των δικηγόρων (μισθωτοί και αυτοαπασχολούμενοι) έχουμε κοινά συμφέροντα. Αυτό, άλλωστε, το αποδεικνύει η ίδια η ζωή. Η κατεδάφιση, για παράδειγμα,  του δημόσιου χαρακτήρα της Ασφάλισης, η καταβαράθρωση των συντάξεων, η υπερφορολόγηση μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων, η υποβάθμιση του δημόσιου χαρακτήρα της Υγείας και Πρόνοιας, πλήττει εξίσου δικαστές και δικηγόρους, αλλά και δικαστικούς υπαλλήλους. Στις παρούσες συνθήκες όλοι μαζί πρέπει να απαιτήσουμε άμεσα τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας στους χώρους των δικαστηρίων. Αλλά και να ενώσουμε τις φωνές μας με τα συνδικαλιστικά όργανα των υπόλοιπων εργαζομένων, και ιδίως των γιατρών και των νοσηλευτών, που ζητάνε προσλήψεις ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, περαιτέρω χρηματοδότηση της δημόσιας υγείας, μέτρα εξασφάλισης της δημόσιας υγείας στα μέσα μαζικής μεταφοράς και τα σχολεία. Και ενώ η ανάγκη είναι ο συντονισμός της δράσης μας, η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων (την οποία εκφράζουν οι ως άνω δηλώσεις του Προέδρου της), προωθεί ψευδεπίγραφες αντιθέσεις, «εφευρίσκει» ανύπαρκτους διαχωρισμούς «των συλλειτουργών της Δικαιοσύνης». Μόνο συσκότιση των προβλημάτων επιφέρει η στάση αυτή, η οποία υπονομεύει την ανάγκη για κοινές δράσεις για την επίλυσή τους. Ο αλληλοσεβασμός «των συλλειτουργών της Δικαιοσύνης» οικοδομείται στη βάση κοινών δράσεων για τα κοινά προβλήματα και κατεδαφίζεται στη βάση τεχνητών ανύπαρκτων αντιθέσεων.