Χαιρετισμός του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας Δημητρίου Σκαλτσούνη στη γενική συνέλευση της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών (12 Φεβρουαρίου 2022)

Αγαπητοί συνάδελφοι,
Σας ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση να παρευρεθώ στη γενική σας συνέλευση και να σας απευθύνω χαιρετισμό. Επιτρέψτε μου, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να μοιραστώ μαζί σας μερικές μου σκέψεις.

Με την πάροδο των χρόνων η ύλη των διοικητικών δικαστηρίων συνεχώς μεγαλώνει. Αλλά όχι μόνο. Η νομική δυσκολία και το διακύβευμα των υποθέσεων αυξάνονται εκθετικά. Ο δικαστής, και κατ’ εξοχήν ο διοικητικός, έχει να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει νομοθεσία από τρεις έννομες τάξεις: την εθνική, την ενωσιακή, τη σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Νέες κατηγορίες υποθέσεων που αντιστοιχούν σε προβλήματα της σύγχρονης ζωής (όπως η αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα) συνεχώς γεννώνται. Και, τέλος, κάτι επίσης σημαντικό, η αναίρεση και η έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έχουν πάψει, εδώ και καιρό, να είναι συνταγματικά κατοχυρωμένες σε κατηγορίες υποθέσεων, ουσιαστικών και ακυρωτικών αντίστοιχα, που προσδιορίζονται από τον νόμο.

Όλα τα παραπάνω σηματοδοτούν τη σταδιακή εξέλιξη και χειραφέτηση των διοικητικών δικαστηρίων, αλλά ταυτόχρονα και την αύξηση της ευθύνης των δικαστών που υπηρετούν σ’ αυτά. Η μακρά πορεία των διοικητικών δικαστηρίων και των δικαστών τους έχει αποδείξει ότι είναι και παραμένουν άξιοι του βάρους και της ευθύνης που τους έχει επιφορτίσει η Πολιτεία. Με υπευθυνότητα και συνέπεια, ο μεγαλύτερος αριθμός των διοικητικών δικαστών προσπαθούν και συνηθέστατα επιτυγχάνουν να λύσουν επιτυχώς τις υποθέσεις που έχουν μπροστά τους. Όσον δε αφορά τον κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων λόγω της έλλειψης, στις πιο πάνω περιπτώσεις, της ενοποιητικής νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, αυτός μπορεί να αντιμετωπισθεί και αντιμετωπίζεται με τη λελογισμένη χρήση του θεσμού του προδικαστικού ερωτήματος, καθώς και της αναίρεσης ή έφεσης υπέρ του νόμου.

Θα ήθελα να κλείσω τον σύντομο αυτόν χαιρετισμό υπενθυμίζοντας ένα θεμελιώδες δίπολο: Η ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών – η ανεξαρτησία σας, προσωπική και λειτουργική, κατοχυρώνεται στη χώρα μας θεσμικά στο ανώτατο δυνατό επίπεδο: το συνταγματικό, με ισχυρότατες θεσμικές εγγυήσεις. Η ανεξαρτησία του δικαστή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την έννοια του κράτους δικαίου και αποτελεί εγγύηση για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε μας απόκειται να την διαφυλάξουμε με την καθημερινή συμπεριφορά μας σαν κάτι πολύτιμο. Στο σημείο τούτο θα ήθελα να σας υπενθυμίσω και την έρευνα που διεξάγει αυτόν τον καιρό το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Δικαστικών Συμβουλίων σχετικά με τη δικαστική ανεξαρτησία και πώς αυτή γίνεται αντιληπτή από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους – τους δικαστές. Θα ήθελα να σας παρακαλέσω θερμά, όσες και όσοι δεν έχετε ήδη συμπληρώσει το ερωτηματολόγιο, να αφιερώσετε 10 λεπτά για να το κάνετε. Η ανωνυμία σας είναι εξασφαλισμένη.

Ανεξαρτησία, όμως, δεν σημαίνει απουσία ελέγχου. Σε μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία, όπως η ελληνική, όλες οι κρατικές εξουσίες, και η δικαστική, υπόκεινται σε αξιολόγηση και λογοδοσία. Αγαπητοί συνάδελφοι, ας έχουμε πάντα τούτο στον νου μας και, στοχεύοντας το βέλτιστο αποτέλεσμα, ας προσπαθήσουμε να πετύχουμε τη σύνθεση δύο αιτημάτων, που φαίνονται αλλά δεν είναι αλληλοαναιρούμενα: ποιοτική απονομή δικαιοσύνης, μέσα σε εύλογο χρόνο. Πάντα να θυμόμαστε ότι και η καλύτερη απόφαση, όταν δεν εκδίδεται επίκαιρα, δεν εξυπηρετεί τον κύριο σκοπό της: την απονομή δικαίου, μέσω της επίλυσης της συγκεκριμένης διαφοράς. Και η πάροδος του χρόνου, ιδίως στις διοικητικές διαφορές, μπορεί να αλλάξει τελείως τα δεδομένα και να καταστήσει αλυσιτελές για τον διάδικο το αίτημα παροχής δικαστικής προστασίας.

Με τις λίγες αυτές σκέψεις, με αισιοδοξία για την πορεία της διοικητικής δικαιοσύνης στη χώρα μας, σας εύχομαι υγεία και δύναμη και κάθε επιτυχία στις εργασίες της γενικής σας συνέλευσης!
Δ. Σκαλτσούνης