ΕΝΩΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

Λ.Ριανκούρ 85, γρ. 217–218, 2ος όροφος

Αμπελόκηποι–Αθήνα, ΤΚ 115-24

ΤΗΛ: 210-6996688 και 210-6980777

FAX: 210-6998848

ΕΜΑΙL: enosidioikitikondikaston@gmail.com

     ή       enosidioikitikondikaston@yahoo.gr

Αθήνα, 26.5.2020

Αρ πρωτ.

 

 

Προς  τον Υπουργό Δικαιοσύνης  κ. Κωνσταντίνο Τσιάρα

 

ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

 

Επί των άρθρων 360 και επόμενα του σχεδίου νόμου «Ρυθμίσεις για το Ελεγκτικό Συνέδριο και διατάξεις για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης»

  

             Επί του άρθρου 360 (πρόβλεψη σύστασης στο Υπουργείο Δικαιοσύνης αυτοτελούς Υπηρεσίας Συλλογής και Επεξεργασίας Στατιστικών Στοιχείων):  Η Ένωση Διοικητικών θεωρεί ότι η στατιστική είναι μια εξαιρετικά πολύτιμη και διδακτική επιστήμη, πλην όμως η στοχοθεσία και η ανάγνωση των δεδομένων της πρέπει να γίνεται με προσοχή και επιστημονική γνώση. Είναι ορθό να οργανωθεί στατιστική υπηρεσία στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, αλλά δεν συμφωνούμε με τη διάταξη στο βαθμό που εστιάζει στο κόστος της διαδικασίας και στη «ποσοτική απόδοση κάθε δικαστικής μονάδας» (όρος άστοχος έτσι και αλλιώς, που δεν συνάδει με την απόδοση δικαιοσύνης), ενώ παραλείπει να εντάξει στους σκοπούς της το μείζον, τη διερεύνηση των λόγων των τυχόν καθυστερήσεων στην απονομή δικαιοσύνης, κάποιοι από τους οποίους, όσον αφορά τη διοικητική δικαιοσύνη,  ανάγονται στην πολυνομία, στη δαιδαλώδη νομοθεσία, στην κακή Διοίκηση, στην καθυστέρηση απορρόφησης της νομολογίας των ανώτατων δικαστηρίων από τη νομοθετική εξουσία, στην άσκηση άσκοπων βοηθημάτων και μέσων από το Δημόσιο και τα νπδδ. Η υπηρεσία που θα συσταθεί θα πρέπει, κατά την άποψή μας, αφενός να εντάξει στους σκοπούς της τη διερεύνηση των ως άνω παραμέτρων και αφετέρου να καταστήσει και τους δικαστές κοινωνούς των στοιχείων που συγκεντρώνει, να βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με αυτούς.

      Επί του άρθρου 362 (πρόβλεψη για τη σύσταση ειδικών τμημάτων στα μεγάλα διοικητικά δικαστήρια): Κατά την άποψη της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών, η ανάγκη ίδρυσης νέων ειδικών τμημάτων στα μεγάλα διοικητικά δικαστήρια θα έπρεπε να προκύπτει από στοιχεία που θα έδειχναν αδιαμφισβήτητη αύξηση διαφορών συγκεκριμένου αντικειμένου. Τέτοια στοιχεία δεν παρατίθενται. Αντιθέτως, τα τελευταία έτη, κατά τα οποία χάρη στην εντατική εργασία των διοικητικών δικαστών μειώθηκε εντυπωσιακά η υφιστάμενη εκκρεμότητα των διοικητικών δικαστηρίων, παρατηρείται, υπό την επενέργεια ποικιλόμορφων παραγόντων (νομοθετικές παρεμβάσεις επιτάχυνσης διαδικασιών, συχνά όμως με περιορισμό δικονομικών δικαιωμάτων, πιλοτική δίκη κλπ.), μεγάλη μείωση και στην εισαγωγή καθαυτή  υποθέσεων όλων των κατηγοριών. Ως εκ τούτου η ανάγκη σύστασης ειδικών τμημάτων στερείται επαρκούς δικαιοπολιτικού λόγου. Άλλωστε, στα μεγάλα δικαστήρια, ήδη λειτουργούν, εκτός από τμήματα που εκδικάζουν φορολογικές διαφορές, και άλλα «ειδικά» τμήματα, τα οποία εκδικάζουν κατά κύριο λόγο συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων.

         Σε κάθε περίπτωση η δημιουργία ειδικών τμημάτων θα πρέπει να γίνεται με απόφαση της Ολομέλειας του οικείου δικαστηρίου, η οποία και θα διαπιστώνει την αύξηση διαφορών συγκεκριμένου αντικειμένου, μόνο δε μετά την απόφαση αυτή θα πρέπει να επιλαμβάνεται το τριμελές συμβούλιο διεύθυνσης ή ο προϊστάμενος του δικαστηρίου και να προσδιορίζει υποθέσεις του συγκεκριμένου αντικειμένου σε κάθε νέο τμήμα. Η αντίστροφη λογική του σχεδίου νόμου (ήτοι να προηγείται σχετική απόφαση του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή του προϊσταμένου και να παρέχεται η έγκριση της Ολομέλειας μεταγενέστερα), σε συνδυασμό με την πρόβλεψη ότι τυχόν μη χορήγηση της έγκρισης δεν παρακωλύει τη συζήτηση των ήδη προσδιορισμένων στα ειδικά τμήματα υποθέσεων, είναι προβληματική, αφού από τη μια υποτιμά την Ολομέλεια του οικείου δικαστηρίου, οι αποφάσεις της οποίας διαθέτουν τα εχέγγυα της δημοκρατικής νομιμοποίησης και από την άλλη μπορεί να γεννήσει ζήτημα νομιμότητας των αποφάσεων που θα εκδοθούν, ειδικά αν η λειτουργία του «ειδικού» τμήματος συνεχιστεί για πολλούς μήνες χωρίς την έγκριση της Ολομέλειας (π.χ. αν η σύσταση του τμήματος λάβει χώρα στην αρχή του δικαστικού έτους και η σύγκληση της Ολομέλειας λάβει χώρα στο τέλος του δικαστικού έτους). Θα μπορούσε τουλάχιστον να προβλεφθεί ότι σε περίπτωση σύστασης ειδικού τμήματος η Ολομέλεια πρέπει να συγκληθεί το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από τη σύσταση του «ειδικού» τμήματος.  

       Προβληματική παρίσταται και η έλλειψη ειδικής αναφοράς στο είδος των διαφορών που θα εισάγονται σε ειδικά τμήματα, ενώ δεν ορίζεται ούτε ο αριθμός των τελευταίων. Μάλιστα η περ. β΄ του άρθρου 362, σε πλήρη αντίφαση με το περιεχόμενο της περ. α΄, επιτρέπει την εισαγωγή στα λοιπά τμήματα του δικαστηρίου (τα «γενικά») ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που αφορούν τις κατηγορίες διαφορών για τις οποίες συνίστανται ειδικά τμήματα. Η αόριστη επίκληση υπηρεσιακών αναγκών δεν αίρει την αντίφαση, καθόσον η διάταξη δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένο αντικειμενικό κριτήριο βάσει του οποίου κάποιες διαφορές ίδιου αντικειμένου θα εισάγονται στο ειδικό τμήμα και κάποιες άλλες στα λοιπά («γενικά») τμήματα του δικαστηρίου. Η προβληματική αυτή καθίσταται εντονότερη ενόψει της διάταξης της περ. γ΄, όπου προβλέπεται ότι στα ιδρυόμενα «ειδικά» τμήματα μπορούν να εισαχθούν και άλλες υποθέσεις αν, κατά την κρίση του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, τούτο απαιτείται λόγω υπηρεσιακών αναγκών.

      Η Ένωση Διοικητικών Δικαστών, εξάλλου, δεν βρίσκει το λόγο γενικής και μάλιστα «απόλυτης» προτεραιοποίησης κατηγοριών υποθέσεων. Μια τέτοια αντίληψη γεννά ζητήματα ισότητας ενώπιον της δικαιοσύνης (απονομή δικαιοσύνης δύο ταχυτήτων). Εξάλλου, στο ισχύον δίκαιο υπάρχει η δυνατότητα εάν συντρέχουν συγκεκριμένοι ειδικοί λόγοι επείγοντος να υποβάλει ο διάδικος αίτημα προτίμησης.

       Από όλα τα παραπάνω, κατά την άποψη της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών, η διάταξη του άρθρου 362 γεννά πολλαπλώς ζήτημα παραβίασης της αρχής του φυσικού δικαστή.

     Τέλος, σημειώνεται ότι η Ένωση Διοικητικών Δικαστών θεωρεί εύλογη τη λήψη υπόψη από τον νομοθέτη (και εν τέλει από το τριμελές συμβούλιο διεύθυνσης ή τον προϊστάμενο του δικαστηρίου) μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών των δικαστών, ως ένα από τα κριτήρια για την τοποθέτησή τους σε ειδικά τμήματα, δεδομένου, άλλωστε, ότι αυτές οι σπουδές ελέγχονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Διοικητικής Δικαιοσύνης, ως προς την συνάφειά τους με το αντικείμενο εργασιών του δικαστή προκειμένου ο τελευταίος να λάβει το συναφές επίδομα.

   

       Επί της παρ. 2 του άρθρου 362 (πρόβλεψη για δυνατότητα απόσπασης εφέτη στη Γενική Επιτροπεία): Η Ένωση Διοικητικών Δικαστών διαφωνεί με τη διάταξη. Καταρχάς έχει περάσει ελάχιστος χρόνος αφότου ο νομοθέτης, σταθμίζοντας τις ανάγκες της Γενικής Επιτροπείας, προέβλεψε μία επιπλέον θέση αντεπιτρόπου. Σε κάθε περίπτωση, η απόσπαση δεν συνιστά την πλέον ενδεδειγμένη λύση, συγκρινόμενη με την ίδρυση μιας ακόμα θέσης αντεπιτρόπου. Η απόσπαση θα στερήσει ένα δικαστήριο από ένα παραγωγικό δικαστικό λειτουργό. Είναι αντιφατικό από τη μια να γίνεται επίκληση της καθυστέρησης στην έκδοση των αποφάσεων και από την άλλη να αποδυναμώνεται ένα διοικητικό δικαστήριο από έναν εφέτη.

           

ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ             Ο ΓΕΝΙΚΟΣ  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΛΑΪΝΙΩΤΗ               ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΑΪΤΑΣ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ ΔΔ                     ΕΦΕΤΗΣ ΔΔ