ΕΝΩΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ
Λ.Ριανκούρ 85, γρ. 217–218, 2ος όροφος
Αμπελόκηποι–Αθήνα, ΤΚ 115-24
Τηλ 210-6996688 και 210-6980777
FAX: 210-6998848
mail:Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.


Αθήνα, 18.4.2019
Αρ. πρωτ. 59

 

Παρέμβαση της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών στο 14ο Πανελλαδικό Συνέδριο των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας που διοργανώνεται στις Σέρρες στις 19 - 21/4/2019

Η Ένωση Διοικητικών Δικαστών χαιρετίζει το 14ο Πανελλαδικό Συνέδριο των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας και εύχεται καλή επιτυχία στις εργασίες του.


Η θεματολογία του Συνεδρίου άπτεται καίριων ζητημάτων που ενδιαφέρουν τόσο θεωρητικά, όσο και πρακτικά τους συλλειτουργούς της Δικαιοσύνης, δικαστές και δικηγόρους. Δίνει την ευκαιρία να αναδειχθούν σημαντικές πτυχές της θεσμικής θέσης των δικηγόρων στο σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης, αλλά και του ρόλου τους στην υπεράσπιση των ατομικών ελευθεριών και των κοινωνικών δικαιωμάτων, της σχέσης τους με διάφορες κοινωνικές ομάδες και φορείς και της σχέσης τους με τους δικαστές. Τα παραπάνω ζητήματα ενδιαφέρουν, όμως, και το σύνολο του ελληνικού λαού, ο οποίος άλλωστε θεωρεί την προσφυγή στη Δικαιοσύνη και δη τη Διοικητική Δικαιοσύνη ως το τελευταίο καταφύγιο όταν η Διοίκηση τον αδικεί, όταν αδιαφορεί για τις υποχρεώσεις της, όταν παραβιάζει τις αρχές που διέπουν τη λειτουργία της.


Κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης που βιώνει ο ελληνικός λαός επιταχύνθηκε η διαδικασία κατεδάφισης κοινωνικών δομών (ιδίως στους τομείς της Υγείας, της Πρόνοιας και της εκπαίδευσης), σαρώθηκαν εργασιακά δικαιώματα, μειώθηκαν οι μισθοί και εξανεμίσθηκαν οι συντάξεις, ενώ, αντιστρόφως, αυξήθηκε η άμεση και η έμμεση φορολογία. Η γενικευμένη - στο βαθμό που ήταν τέτοια (και ήταν σε ικανοποιητικό βαθμό) - δυνατότητα πρόσβασης όλων των πολιτών στα δικαστήρια αποτελούσε τροχοπέδη στην υλοποίηση των παραπάνω μέτρων. Για το λόγο αυτό οι εμπνευστές των εν λόγω μέτρων σχεδίασαν και υλοποίησαν ένα πολύμορφο ψαλίδισμα της ελεύθερης πρόσβασης στα δικαστήρια.


Ως αποτέλεσμα σήμερα η Διοικητική Δικαιοσύνη έχει καταστεί απρόσιτη και πανάκριβη για την πλειοψηφία του λαού. Μια σειρά από προσκόμματα στο δικαίωμα πρόσβασης στο διοικητικό δικαστήριο (όπως για παράδειγμα η ενδικοφανής διαδικασία στις φορολογικές υποθέσεις - άρθρο 63 του ΚΦΔ), η κατακόρυφη αύξηση των παραβόλων, η θέσπιση νέων δικονομικών βαρών (όπως για παράδειγμα η υποχρέωση επίδοσης της αγωγής από τον ίδιο τον ενάγοντα και όχι από το δικαστήριο προκειμένου να διακοπεί η παραγραφή), η αύξηση του ορίου του εκκλητού, η πρόβλεψη ως προϋπόθεση του παραδεκτού της έφεσης στις χρηματικού περιεχομένου φορολογικές και τελωνειακές διαφορές της υποχρέωσης του εκκαλούντος να καταβάλει το 20% του οφειλόμενου σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση κυρίου φόρου, δασμού, τέλους κ.ά., πέραν του ότι μειώνει σε δραματικό βαθμό τη δικηγορική ύλη, αποτρέπουν τους οικονομικά ασθενέστερους από το να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα διοικητικών πράξεων που του αφορούν ή να διεκδικήσουν τη δικαστική ικανοποίηση αξιώσεών τους. Η αποτύπωση του φαινομένου αυτού αντανακλάται στη μείωση της εισροής υποθέσεων σε πολλά διοικητικά δικαστήρια. Μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι η μείωση της εισροής των υποθέσεων, που παρατηρείται ιδίως σε κάποια επαρχιακά διοικητικά δικαστήρια (και ένα από αυτά είναι το Διοικητικό Πρωτοδικείο της πόλης των Σερρών που φιλοξενεί το Συνέδριό σας) δεν αντιστοιχεί σε πραγματική εξάλειψη των παραγόντων γένεσης διοικητικών διαφορών, αλλά συνδέεται, πρώτα απ’ όλα, με όλα τα προηγούμενα, δηλαδή με την αύξηση των δικονομικών βαρών, την αύξηση του κόστους της δίκης κλπ. Συνδέεται βέβαια και με το γενικό οικονομικό πρόβλημα, διαρκούσης της οικονομικής κρίσης, με την ανεργία, αλλά και το γενικό κλίμα απογοήτευσης που έχει κυριαρχήσει στον ελληνικό λαό.


Η μείωση αυτής της εισροής υποθέσεων από την άλλη αξιοποιείται προς ενδυνάμωση των θέσεων εκείνων που προκρίνουν τη συγκέντρωση των δικαστηρίων στις μεγάλες πόλεις, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο προτείνουν ένα Πρόγραμμα Δικαστικού Καλλικράτη, μια νέα χωροταξία των διοικητικών δικαστηρίων.


Την ίδια ώρα οι ελλείψεις σε προσωπικό και τα προβλήματα σε υποδομές των δικαστηρίων, συνεπεία της υποχρηματοδότησης της Δικαιοσύνης, παραμένουν. Το κτηριακό πρόβλημα πολλών διοικητικών δικαστηρίων είναι άλυτο χρόνια τώρα με εμβληματική περίπτωση τα διοικητικά δικαστήρια του Πειραιά, του τρίτου μεγαλύτερου δικαστηρίου της χώρας.


Για τους διοικητικούς δικαστές τα παραπάνω είναι τα καίρια ζητήματα της Διοικητικής Δικαιοσύνης για τα οποία είναι αναγκαία η κοινή στρατηγική και δράση δικαστικών ενώσεων και δικηγορικών συλλόγων. Τελικά αυτά τα ζητήματα είναι που πρέπει να βρίσκονται στον πυρήνα της συζήτησης για τη σχέση δικαστών και δικηγόρων. Πρέπει να δούμε πώς, μέσα από το θεσμικό ρόλο ημών των δικαστών και υμών των δικηγόρων, θα αντιμετωπίσουμε από κοινού τη συνεχή υποβάθμιση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.


Αντιθέτως, δεν θεωρούμε ότι δικαιολογείται να επικαλύπτεται η συζήτηση για όλα τα παραπάνω από εκείνη που αφορά κάποια ζητήματα – τα οποία εισάγονται είτε από θεσμικά όργανα των δικηγόρων (π.χ. η ολομέλεια των δικηγορικών συλλόγων), είτε από μεμονωμένους δικηγόρους σε διάφορες εκδηλώσεις – για τα οποία και μόνο το γεγονός ότι τίθενται ακυρώνει το διακριτό θεσμικό ρόλο του Δικαστικού και του Δικηγορικού Σώματος, ενώ φέρνει άσκοπα τα δύο Σώματα σε αντιπαράθεση και εν τέλει κατατείνει στην απομόνωση και των δύο Σωμάτων.


Τέτοια ζητήματα είναι η συμμετοχή των δικηγορικών συλλόγων στη διαδικασία της επιθεώρησης των δικαστικών λειτουργών, η ανάθεση ρόλου σε αυτούς κατά τις διαδικασίες υπηρεσιακής εξέλιξης και μεταβολής των δικαστικών λειτουργών και η συμμετοχή τους στη διοίκηση των δικαστηρίων.


Οι δικηγορικοί σύλλογοι δεν νοείται να έχουν κανένα ρόλο στην επιθεώρηση των δικαστών, πέραν του εύλογου δικαιώματος που τους αναγνωρίζει, άλλωστε, ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ΚΟΔΚΔΛ) να υποβάλλουν αναφορές στον επιθεωρητή, προκειμένου ο τελευταίος, αν το κρίνει σκόπιμο, να ενεργεί έκτακτη επιθεώρηση (άρθρο 84 παρ. 1δ του ΚΟΔΚΔΛ). Για την ακρίβεια το εν λόγω δικαίωμα αναφοράς δεν αντανακλά καν ρόλο των δικηγόρων στην επιθεώρηση των δικαστών, αφού την επιθεώρηση θα τη διενεργήσει δικαστικός λειτουργός. Είναι βασικό συστατικό της ανεξαρτησίας του δικαστή να μην εμπλέκεται όργανο εκτός της δικαστικής λειτουργίας στην επιθεώρησή του. Αφενός γιατί σε τέτοια περίπτωση – και πολύ περισσότερο εάν αυτός που εμπλέκεται είναι ο οικείος δικηγορικός σύλλογος – δεν διασφαλίζεται η ελευθερία και ανεξαρτησία της γνώμης του κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού του έργου και αφετέρου γιατί τα όργανα των δικηγορικών συλλόγων δεν απολαύουν τις συγκεκριμένες συνταγματικές εγγυήσεις της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας που απολαύει ο επιθεωρητής ως δικαστικός λειτουργός. Αλλά και εντελώς πρακτικά ο επιθεωρητής έχει τη δυνατότητα της συνολικής οπτικής του έργου του επιθεωρούμενου δικαστή, αφού έχει πρόσβαση στις δικογραφίες όλων των υποθέσεων που αυτός χειρίστηκε την περίοδο της επιθεώρησης και στο σύνολο των αποφάσεων ή άλλων δικαστικών πράξεων που ο τελευταίος εξέδωσε.


Τα ίδια ισχύουν και για την περίπτωση έκφρασης γνώμης (προφανώς απλής για το οικείο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, αλλιώς η αντισυνταγματικότητα θα ήταν αυταπόδεικτη) για την περίπτωση της προαγωγής, αλλά και της τοποθέτησης/μετάθεσης/απόσπασης του δικαστικού λειτουργού. Δεν διασφαλίζεται αντικειμενικά η ελεύθερη ψήφος του δικαστή όταν ξέρει ότι το θεσμικό όργανο του δικηγόρου που έχει διορίσει κάποιος από τους διαδίκους θα εκφράσει γνώμη για την υπηρεσιακή του κατάσταση. Η υπηρεσιακή μεταβολή του δικαστικού λειτουργού πρέπει να γίνεται επί τη βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Μόνο ένας δικαστικός λειτουργός (ανώτερος αυτού τον οποίο αφορά η υπηρεσιακή μεταβολή), εκ του ότι απολαύει και αυτός της εκ του Συντάγματος προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών, είναι ο πλέον κατάλληλος για την εφαρμογή των εν λόγω κριτηρίων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Όσον αφορά το σύστημα των προαγωγών που σήμερα βασίζεται καταρχάς στην επετηρίδα, για το οποίο δικηγορικοί σύλλογοι έχουν εκφράσει επιφυλάξεις, πρέπει να τονιστούν τα ακόλουθα: To σύστημα αυτό εξασφαλίζει ότι ο δικαστής δεν θα παρακαμφθεί επειδή δεν είναι αρεστός. Όπου, εξάλλου ο νομοθέτης προέκρινε σύστημα προαγωγών κατ' απόλυτη εκλογή, το όρισε ρητά (π.χ. άρθρο 49 παρ. 5 του ΚΟΔΚΔΛ).


Οι δικηγορικοί σύλλογοι δεν νοείται, εξάλλου, να συμμετέχουν στη διοίκηση των δικαστηρίων. Το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων, το οποίο περιλαμβάνει και την εξουσία κάθε δικαστηρίου να θεσπίζει το ίδιο τον κανονισμό της εσωτερικής του λειτουργίας, δεν πρέπει να το δούμε ως κατάκτηση ή προνόμιο των δικαστών, αλλά ως μια εγγύηση της δικαστικής ανεξαρτησίας. Οι δικαστές μπορούν (όπως καταδεικνύει και η πράξη από την εφαρμογή του αυτοδιοίκητου), αλλά και πρέπει να διαχειρίζονται οι ίδιοι τις δικές τους υποθέσεις.


ΟΙ δικηγόροι, όπως εκτιμάμε, μπορούν ευχερώς στην πλειοψηφία τους να δεχτούν όλα τα παραπάνω. Άλλωστε, σε περίπτωση που θα τους ετίθετο το ερώτημα εάν θα θεωρούσαν δικαιοπολιτικά ορθό, σκόπιμο και λειτουργικό να συμμετέχουν δικαστικά όργανα στις Διοικήσεις των Δικηγορικών Συλλόγων, θα απαντούσαν και εκείνοι με παρόμοια επιχειρηματολογία με αυτή που τοποθετείται η Ένωσή μας.


Τέλος, και εμείς οι δικαστές είμαστε σύμφωνοι να συζητήσουμε τη βάση για έναν Κώδικα Δεοντολογίας Δικαστών και Δικηγόρων. Πρώτα όμως πρέπει να συζητήσουμε και να λύσουμε ορισμένα ζητήματα που αξιοποιούνται ενίοτε για μομφή της μίας πλευράς έναντι της άλλης, αν και η αιτία τους βρίσκεται έξω από τη σφαίρα επιρροής της κάθε πλευράς. Τέτοια περίπτωση είναι η καθυστέρηση στην απονομή της Δικαιοσύνης και δη της Διοικητικής, η οποία διαχρονικά έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις που προβληματίζει όλους, πρώτα - πρώτα εμάς τους δικαστές. Πρέπει να καταστεί ξεκάθαρο ότι για την καθυστέρηση της εκδίκασης των υποθέσεων δεν φταίνε οι δικαστές, αλλά ούτε και οι δικηγόροι. Και βέβαια δεν συζητάμε για λίγες ακραίες περιπτώσεις δικαστών που συμπληρώνουν δύο και τρία χρόνια για να δημοσιεύσουν μία δικαστική απόφαση ή κάποιων δικηγόρων που, σε υπεράσπιση της δικομανίας ελάχιστων τέτοιων πολιτών, ασκούν προδήλως αβάσιμα ένδικα βοηθήματα ή επανέρχονται συνεχώς με αβάσιμα δικόγραφα και αιτήσεις. Γιατί οι περιπτώσεις αυτές δεν ασκούν καθοριστική επιρροή σε ένα φαινόμενο που είναι σύνθετο, έχει πολλές αιτίες (π.χ. την κακή νομοθέτηση, την ελλιπή χρηματοδότηση της Δικαιοσύνης που συνεπάγεται ελλείψεις σε προσωπικό και υποδομές, την παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης από τη Διοίκηση, την άσκηση προδήλως αβάσιμων ένδικων μέσων από το Δημόσιο κ.ά) με κυριότερη δε αιτία τις αντιφάσεις στο επίπεδο της κοινωνίας και της οικονομίας, οι οποίες αναπαράγουν συνεχώς νέες και ολοένα πιο σύνθετες διαφορές (π.χ. υποτίμηση του συστήματος υγείας παρά τη ραγδαία πρόοδο της ιατρικής και των συναφών επιστημών κ.ά.).


Επομένως υπάρχει πεδίο δόξης λαμπρό για κοινή δράση δικαστών και δικηγόρων, δικαστικών ενώσεων και δικηγορικών συλλόγων. Δεν αφορά όμως τη συμμετοχή των δικηγορικών συλλόγων στην επιθεώρηση, τις προαγωγές και τις μεταθέσεις των δικαστικών λειτουργών, ούτε στη διοίκηση των δικαστηρίων. Το κρίσιμο είναι αν δικηγορικοί σύλλογοι και δικαστικές ενώσεις, από κοινού, θα μπορέσουν να σταθούν άξιοι μπροστά στην πρόκληση της υπεράσπισης των δημοκρατικών ελευθεριών και της διεύρυνσης του δικαιώματος ακώλυτης πρόσβασης στο δικαστήριο.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                 Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΛΑΪΝΙΩΤΗ                                   ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΑΪΤΑΣ
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ ΔΔ                                         ΕΦΕΤΗΣ ΔΔ