• slide2
  • slide1
  • slide3
  • slide

Σκέψεις για την ανεξαρτησία των δικαστών και «εντός των κόλπων της δικαστικής εξουσίας». 

Το θέμα της ανεξαρτησίας των δικαστών, τόσο της λειτουργικής, όσο και της προσωπικής, όπως αυτή διατυπώνεται ως συνταγματική επιταγή (άρθρο 87 παρ. 1 του Συντάγματος «Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία»), είναι θέμα που ανέκαθεν βρισκόταν στο προσκήνιο, τόσο για τους επαϊοντες περί των νομικών (ο όρος χρησιμοποιείται με την κυριολεκτική και όχι τη μεταφορική του έννοια), όσο και για τους μετέχοντες οικειοθελώς ή εξ ανάγκης (π.χ. διάδικοι) στα δικαστικά τεκταινόμενα.

Την τελευταία δε 4ετία, αποτελεί σημείο αναφοράς στις περισσότερες γενικές συνελεύσεις των δικαστών. Άλλωστε, πώς να μη γίνεται κάτι τέτοιο, αφού οι λοιπές δύο εξουσίες (νομοθετική και εκτελεστική) φροντίζουν με τον τρόπο τους να κρατούν μονίμως το επίκεντρο του ενδιαφέροντός μας στο θέμα αυτό και μάλιστα με αρνητική χροιά (βλ. πρόσφατες διατάξεις για τους Κανονισμούς των δικαστηρίων, για τη μισθολογική υποβάθμιση των δικαστικών λειτουργών, για την πολλαπλή παραβίαση των δικαστικών αποφάσεων, για την υπηρεσιακή «εξάρτηση» των δικαστικών λειτουργών….). Εδώ, δεν βλάπτει η υπενθύμιση ότι στα μάτια του απλού πολίτη, ο δικαστής είναι το σύμβολο της δικαιοσύνης, το πρόσωπο που απονέμει το δίκαιο και ενσαρκώνει το νόμο και οποιαδήποτε προσβολή ή αμφισβήτηση της προσωπικής - λειτουργικής - υπηρεσιακής του κατάστασης από όργανα των άλλων εξουσιών, πλήττει ανεπανόρθωτα την εικόνα του ως ανεξάρτητου και αμερόληπτου κριτή, επομένως και την πεποίθηση του απλού πολίτη ότι ο δικαστής είναι σε θέση να επιτελέσει την αποστολή του, ελεύθερος από επεμβάσεις και επιρροές.

Με την παρούσα διατύπωση σκέψεων, ωστόσο, θα ήθελα να επαναφέρω στη μνήμη μας και ένα επί μέρους θέμα της λειτουργικής ανεξαρτησίας των φορέων της δικαστικής εξουσίας, αυτό της ανεξαρτησίας του δικαστή και έναντι της δικαστικής εξουσίας, ήτοι μέσα στους κόλπους της ίδιας της δικαιοσύνης. Το θέμα αυτό, για το οποίο, εξ όσων γνωρίζω, έχουν διατυπωθεί αρκούντως διαφωτιστικές νομικές απόψεις (ιδέτε και παραπομπή σε βιβλιογραφία και αρθρογραφία, που αποτέλεσαν πηγή άντλησης και εμπέδωσης γνώσεων για την γράφουσα)*, δεν έχει απωλέσει την επικαιρότητά του, αφού τίθεται εν τοις πράγμασι επί τάπητος στις διασκέψεις μας, κατά την έκθεση της νομολογίας για την υποστήριξη των διαφόρων απόψεων.

Είναι κοινή παραδοχή, ότι αποτελεί συνήθη τακτική των δικαστικών λειτουργών να υιοθετούμε αποφάσεις ανωτάτων δικαστηρίων, με τις οποίες έχουν επιλυθεί νομικά θέματα. Η «τακτική» αυτή βεβαίως είναι δικαιολογημένη, αφού άπτεται του ζητήματος της πραγματικής επίδρασης που έχουν τα νομολογιακά δεδομένα, καθόσον, κατά κανόνα, τα κατώτερα δικαστήρια, προκειμένου να αποφύγουν την εξαφάνιση των αποφάσεών τους με την άσκηση ενδίκων μέσων, αλλά και για το «ενιαίο» - «ενότητα» της απονομής δικαιοσύνης και προκειμένου να μην καλλιεργούνται «φρούδες ελπίδες» στους διαδίκους, ακολουθούν τις λύσεις που δίνουν και τις κατευθύνσεις που χαράσσουν τα ανώτερα σε βαθμό δικαστήρια, ιδίως όταν αυτές λαμβάνονται εν Ολομελεία. Άλλωστε, ο σεβασμός και η προσήλωση στις λύσεις που έχουν ήδη δοθεί από τη νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων, διασφαλίζει και την αποφυγή οποιασδήποτε υπόνοιας για τη διαμόρφωση της δικαστικής κρίσης και το περιεχόμενο της απόφασης, ανάλογα με τα πρόσωπα των διαδίκων, ενώ δημιουργεί και ασφάλεια δικαίου τόσο έναντι της διοίκησης, όσο και έναντι των πολιτών**.

Όμως το ζήτημα αυτό, είναι εντελώς διαφορετικό από το ζήτημα της δικαστικής ανεξαρτησίας εντός της δικαιοσύνης, όπως αυτή κατοχυρώνεται συνταγματικά και η οποία συνοψίζεται : α) στον αποκλεισμό οποιουδήποτε ιεραρχικού ελέγχου του κατώτερου δικαστή (ηρίου) από τον ανώτερο δικαστή (ήριο), β) στην απαίτηση από τους δικαστές των κατωτέρων δικαστηρίων να παραμείνουν ανεπηρέαστοι από τις απόψεις των ιεραρχικά ανωτέρων τους δικαστών και από τις αποφάσεις των ανωτέρων δικαστηρίων και γ) στην υποχρέωση των δικαστών να διατυπώσουν ευθαρσώς (και αιτιολογημένα) την άποψή τους, ακόμη και αν αυτή είναι contra, ήτοι διαφοροποιείται από τα παγίως κριθέντα, κατοχυρώνοντας έτσι το δικαίωμα μειοψηφίας του δικαστή (βλ. και άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος, περί της δημοσίευσής της γνώμης της μειοψηφίας υποχρεωτικά στο κείμενο της δικαστικής απόφασης) τόσο έναντι των ανωτάτων δικαστηρίων όσο και ενδοδικαστικά, ήτοι και μεταξύ των δικαστών που απαρτίζουν τα μέλη της σύνθεσης.

-Όλοι οι Έλληνες δικαστικοί λειτουργοί θα πρέπει να έχουμε πάντα κατά νού ότι στην ελληνική έννομη τάξη, η νομολογία δεν είναι πηγή δικαίου***, ώστε να αντλούνται από αυτή δεσμευτικοί κανόνες δικαίου, προς τους οποίους ο δικαστής οφείλει συμμόρφωση και υπακοή, κατά την έννοια του άρθρου 87 παρ. 2 του Συντάγματος («οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους») και, επομένως, η νομολογία και η εν γένει ερμηνευτική στάση των ανωτέρων και ανωτάτων δικαστηρίων μπορεί μεν να επηρεάζει και να καθοδηγεί τα κατώτερα δικαστήρια, δεν υποχρεώνει όμως αυτά σε συμμόρφωση. Υποχρέωση σε συμμόρφωση των κατωτέρων δικαστηρίων σε αποφάσεις ανωτέρων δικαστηρίων υπάρχει : α) όταν πρόκειται για  αποφάσεις του ΑΕΔ, που κηρύσσουν αντισυνταγματική διάταξη νόμου (άρθρο 100 παρ. 4 του Συντάγματος και άρθρο 51 του ν. 345/1976), β) όταν συντρέχουν οι όροι του δεδικασμένου σε συγκεκριμένη υπόθεση και γ) όταν εξαφανίζεται απόφαση κατ’ αναίρεση και αναπέμπεται προς εκδίκαση στο κατώτερο δικαστήριο.

-Ο Έλληνας δικαστής κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπακούει μόνο στο νόμο και στη συνείδησή του. Το «ενιαίο» της νομολογίας δεν δύναται, ούτε επιτρέπεται να καθηλώνει και να πειθαναγκάζει τον κάθε δικαστή, όταν ο τελευταίος δεν πείθεται από τις λύσεις που έχουν δοθεί νομολογιακά. Στην περίπτωση αυτή, ο δικαστής αυτός όχι μόνον δικαιούται, αλλά και υποχρεούται να ακολουθήσει τη λύση που του επιβάλλει η δικαστική του συνείδηση, παραμερίζοντας οιασδήποτε φύσεως αναστολές, αρκεί βεβαίως η λύση αυτή να είναι αρκούντως αιτιολογημένη - τεκμηριωμένη. ΄Αλλωστε, η ίδια η εμπειρία έχει αποδείξει ότι πολλάκις και τα ανώτατα δικαστήρια αλλάζουν ρότα, αναιρώντας τα ίδια παλαιότερη πάγια νομολογία τους (βλ. ενδεικτικώς νομολογία για το όριο συνταξιοδότησης των ανδρών σε σχέση με τις γυναίκες, για την παραγραφή των απαιτήσεων επί αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων από 2ετία σε 5ετία και μετά την επίλυση του θέματος από το ΑΕΔ με την 9/2009 εκ νέου 2ετία, για την απόρριψη του ενδίκου βοηθήματος ως απαράδεκτου λόγω μη καταβολής παραβόλου)****, αλλά και σε άλλες περιπτώσεις υιοθετούν για το ίδιο νομικό ζήτημα διαφορετική νομική προσέγγιση και λύση (βλ. ενδεικτικώς, αντίθετες αποφάσεις του ΣΤΕ και του ΑΠ για το πριμ παραγωγικότητας και το ΕΕΤΗΔΕ)*****, -έως ότου απασχολήσει το ζήτημα το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.

-Ο δικαστής, εξατομικευμένα, έχει την ύψιστη συνταγματική εξουσία και υποχρέωση να ελέγχει τη συνταγματικότητα των νόμων (93 παρ. 4 του Συντάγματος), παρεμπιπτόντως και αυτεπαγγέλτως, ήτοι στην εκδικαζόμενη από αυτόν υπόθεση. Η εξουσία αυτή, πέραν οτιδήποτε άλλου, έρχεται να ενισχύσει την εικόνα της ανεξαρτησίας του δικαστή στα μάτια των διαδίκων, κατά την απονομή της δικαιοσύνης.

-Προς το άρθρο 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος στοιχούν και τα άρθρα 40 παρ. 1 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάσταση Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988) «Ο δικαστικός λειτουργός οφείλει πίστη και αφοσίωση στην πατρίδα και στη δημοκρατία. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπόκειται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους. Είναι υποχρεωμένος να μη συμμορφώνεται με διατάξεις που έχουν θεσπισθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος» και 91 παρ. 4 περίπτωση α΄ του ιδίου Κώδικα «Δεν αποτελούν πειθαρχικά παραπτώματα για το δικαστικό λειτουργό :  α) η άρνησή του να εφαρμόσει διατάξεις που τίθενται κατά κατάλυση του συντάγματος ή είναι αντίθετες σε αυτό».

-Ο κατώτερος δικαστής δεν έχει πειθαρχική ευθύνη, όταν δεν ακολουθεί, κατά τη δικαιοδοτική του κρίση, απόφαση της Ολομελείας ανωτάτου δικαστηρίου ή πάγια νομολογία. Τούτο προκύπτει και εμμέσως από το προαναφερόμενο άρθρο 91 του ν. 1756/1988, αλλά και ρητώς από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του ιδίου νόμου, κατά την οποία «Οποιαδήποτε οδηγία, σύσταση ή υπόδειξη σε δικαστικό λειτουργό για ουσιαστικό ή δικονομικό θέμα σε συγκεκριμένη υπόθεση ή κατηγορία υποθέσεων είναι ανεπίτρεπτη και συνιστά πειθαρχικό αδίκημα». Ευλόγως, αφού αν θεωρούταν πειθαρχικό παράπτωμα η μη συμμόρφωση του δικαστή κατά τη δικαιοδοτική του κρίση με απόφαση Ολομελείας ανωτάτου δικαστηρίου ή πάγια νομολογία, αυτό θα σήμαινε ότι στην περίπτωση αυτή, η εν λόγω απόφαση θα λειτουργούσε ως οδηγία (ή υπόδειξη) προς το δικαστή.

-Οι αποφάσεις της Ολομελείας ενός ανωτάτου δικαστηρίου επιλύουν νομικά ζητήματα ερμηνεύοντας το νόμο. Η κρίση του δικαστή που δεν ακολουθεί αυτή την ερμηνεία, αλλά άλλη, δεν συνιστά μη συμμόρφωση -αφού δεν πρόκειται για οδηγία, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα-, αλλά υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (56 παρ. 1 περίπτωση δ΄ του π.δ/τος 18/1989) και όχι, βέβαια, σε πειθαρχικό. Σε αντίθετη περίπτωση, θα έπρεπε οι δικαστές των αποφάσεων που αναιρούνται από το Συμβούλιο της Επικρατείας για εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικού νόμου να διώκονται πειθαρχικά, κάτι που φυσικά είναι αδιανόητο. Σε επίπεδο ερμηνείας, πειθαρχικός έλεγχος δεν χωρεί, είτε πρόκειται για ερμηνεία νόμου, είτε πρόκειται για ερμηνευτικό περιεχόμενο αποφάσεως της Ολομελείας. «Η ερμηνεία των νόμων στις δικαστικές αποφάσεις αποτελεί καθαρά επιστημονικό (και όχι πολιτικό ή διοικητικό έργο). Στην έκφραση επιστημονικής γνώμης, δεν έχει θέση ο πειθαρχικός έλεγχος. Διαφορετικά, θα υποβιβαζόταν η δικαστική κρίση από ανεξάρτητο λειτούργημα (με επιστημονική νομιμοποιητική θεμελίωση) σε κατευθυνόμενη ενέργεια οιασδήποτε (μη νομιμοποιημένης συνταγματικά) σκοπιμότητας ή σε απλή διεκπεραίωση διοικητικού έργου»******

Τέλος, θα μου επιτρέψετε να κλείσω με την παράθεση αποσπάσματος από την πλειοψηφία στην απόφαση 996/1994 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, που απασχόλησε το ανώτατο δικαστήριο, όταν ερμήνευσε τη ρύθμιση του άρθρου 40 του ν. 2172/1993, με το οποίο επιβλήθηκε η δημοσιότητα των ονομάτων των δικαστών που μειοψήφησαν στην απόφαση «… Η ρύθμιση δε αυτή όχι μόνο δεν μειώνει τη δικαστική ανεξαρτησία αλλά αντιθέτως την ενισχύει, γιατί η διατύπωση της επώνυμης γνώμης του δικαστή, ο οποίος έχει συνταγματικά κατοχυρωμένη τη θέση και την ανεξαρτησία του, ασκεί την αρετή του Θάρρους και συνεκδοχικά την ανεξαρτησία του δικαστή».

         

*Μονογραφία Δημητρίου Γ. Ράϊκου «Δικαστική ανεξαρτησία και αμεροληψία : πειθαρχικός έλεγχος των δικαστικών λειτουργών για σφάλματα της δικανικής κρίσης», Σάκουλας 2008 (ιδίως σελίδες 88-96)

Δημητρίου Γ. Ράϊκου «Η αμεροληψία κατά την απονομή της δικαιοσύνης», ομιλία στην ημερίδα ΕΔΔ-ΚΕΔΙΒΑ της 3-4-2014, ανάρτηση στην ιστοσελίδα της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών

Ευάγγελου Ρίκου-Παναγιώτη Κατράλη «Αι Εξουσίαι των Δικαστών», ΝοΒ 1982/1423 (ιδίως σελ. 1424-1425 και 1432-1433)

Μονογραφία Σωτηρίου Κατσαρού «Ο δικαστής : πράξεις δικαστικής ανεξαρτησίας»

Στυλιανού Παπαγεωργίου-Γονατά «Η Αμεροληψία των Δικαστών ως ποινικώς προστατευόμενο Έννομο Αγαθό», Ποινική Δικαιοσύνη 6-7/2009 (έτος 12ο) σελ. 735 - 742.

**στο τελευταίο εδάφιο της σχετικής παραγράφου διατυπώνεται άποψη του Κ. Χρυσόγονου, Συνταγματικό Δίκαιο, έκδοση του 2003, σελ. 367 επ.

***Ωστόσο, ο Ιωάννης Μανωλεδάκης στη μελέτη του «Σκέψεις για τη σημασία της νομολογίας του Αρείου Πάγου στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης», Τιμητικός Τόμος για τον Δ. Σπινέλλη, είχε διατυπώσει την άποψη ότι όταν από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ή από πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου επιλύεται αμφισβητούμενο νομικό ζήτημα, μπορεί να εξομειωθεί η νομολογία αυτή με δεσμευτικό κανόνα δικαίου και να αποτελέσει πηγή του ποινικού δικαίου, εφόσον είναι ευμενής για τον κατηγορούμενο.

**** ΟλΣτΕ 3088/2007 ότι αντίκειται στην αρχή της ισότητας, αντίθετη ΟλΣτΕ 1580/2010 ότι δεν αντίκειται  η ρύθμιση του άρθρου 28 παρ. 3 περ. δ΄ του Α.Ν. 1841/1951, όπως έχει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 27 παρ. 1 του ν. 1902/1990, 2ετής παραγραφή με τις ΣτΕ 1579, 1770/2004, 2765/2005, ΟλΣτΕ 3654/2008, 71/3009 5ετής η παραγραφή, απορρίπτεται το ένδικο βοήθημα λόγω μη καταβολής παραβόλου ΟλΣτΕ 1657/2008 επί ομοίου περιεχομένου διατάξεων του π.δ/τος 18/1989 με το άρθρο 277 παρ. 1 του ΚΔΔ, ΣτΕ 1779/2007, 151/2007, 517/2006, Ολομ. 3470/2007, δεν απορρίπτεται το ένδικο βοήθημα λόγω μη καταβολής παραβόλου, αλλά καταλογίζεται με τη δικαστική απόφαση ΣτΕ 3471/2009, 1035/2009, 193/2009 και 2375/2009, 2583/2011 σχετικώς με το παράβολο του άρθρου 36 του ΠΔ 18/1989, το ένδικο βοήθημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο εφόσον μετά την τήρηση του άρθρου 139Α δεν προσκομισθεί παράβολο ΟλΣτΕ 601/2012

*****ΟλΣτΕ 95/2013 και ΑΠ (τμημάτων) 1318/2013, 1230, 1041/2012, 306/2011, 495, 588, 1035, 1577, 1648/2011, το θέμα εκκρεμεί στην Ολομέλεια του ΑΠ για το πριμ παραγωγικότητας, ΟλΣτΕ 1972/2012 και ΑΠ 293/2014 το θέμα εκκρεμεί στην Ολομέλεια του ΑΠ για το ΕΕΤΗΔΕ

******Ιωάννης Μανωλεδάκης, Γνώμη στην Ποινική Δικαιοσύνη 1/2009 (έτος 12ο) «Αποφάσεις Ολομέλειας Αρείου Πάγου και πειθαρχικός έλεγχος του δικαστή», σελ. 1.

                       

                                    Ασπασία Καλαφάτη

                                         Εφέτης Δ.Δ.