• slide2
  • slide1
  • slide
  • slide3

ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ

ΕΝΩΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

ΕΝΩΣΗ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΕΝΩΣΗ ΜΕΛΩΝ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

 

Αθήνα, 11-6-2015 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

            Μία απάντηση των Δικαστικών Ενώσεων, για τις τοποθετήσεις του βουλευτή κ. Τζαβάρα (ΝΔ), έναντι των Δικαστικών Λειτουργών και των Δικαστικών ενώσεων. 

Οι Δικαστικές Ενώσεις της Ελλάδος, αποδοκιμάζουν, με κατηγορηματικό τρόπο, τα όσα ανέφερε ο Βουλευτής και πρώην υπεύθυνος του τομέα Δικαιοσύνης του Κόμματος της Ν. Δημοκρατίας, κ. Κώστας Τζαβάρας, κατά την ενώπιον της βουλής συζήτηση, την 28-8-2015, του σχεδίου νόμου και ήδη ψηφισμένου Ν. 4329/2015 («Έκδοση διαταγής πληρωμής για αξιώσεις από διοικητική σύμβαση που έχει συναφθεί στο πλαίσιο εμπορικής συναλλαγής και άλλες διατάξεις» ΦΕΚ Α’ 53), αλλά και τα μεταξύ άλλων διαληφθέντα σε άρθρο του ιδίου Βουλευτή, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ» της 7-6-2015, υπό τον τίτλο «Μία απάντηση για το κύρος και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης».

            Ο εν λόγω βουλευτής, εντελώς απρόκλητα και με αφορμή την τοποθέτηση Δικαστικών ενώσεων, για δικονομικής φύσεως ζητήματα, για τα οποία κλήθηκαν στην επιτροπή της Βουλής να καταθέσουν τις απόψεις τους, χαρακτηρίζει τις Δικαστικές ενώσεις «συντεχνιακές επαγγελματικές ομάδες που έχουν αναγορευτεί σε νομοθετικούς πελάτες (!) του Κοινοβουλίου, και έχουν, ως σκοπό, να εξοικονομήσουν, κατά τέτοιο τρόπο, τις δικαστικές διαδικασίες, ώστε να μην θιγούν τα προνόμιά τους ή τα οποιαδήποτε κεκτημένα τους».

            Είπε ακόμη ο παραπάνω  βουλευτής, ότι  η διασφάλιση  του κύρους και της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης είναι υποχρέωση μόνο της Πολιτείας και κανενός άλλου, επομένως, κατά την άποψή του, ούτε των Δικαστών. Τόνισε ακόμη, χωρίς καμμία απολύτως τεκμηρίωση, ότι σήμερα η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης  απειλείται από την δικαστική οίηση, που συνιστά την από μέρους των Δικαστών υπερεκτίμηση του θεσμικού τους ρόλου σε σχέση με τα προβλεπόμενα από το Σύνταγμα όρια, που έχει οδηγήσει τη Δικαιοσύνη, ως κρατική εξουσία, να μην είναι μόνο ανεξάρτητη, αλλά και ανεξέλεγκτη και αυτόνομη. Αναφέρθηκε επίσης στην έλλειψη αξιολόγησης του παραγόμενου δικαστικού έργου και κατηγόρησε, γενικώς και ατεκμηρίωτα, τους Δικαστές, για αυθαίρετες και αναιτιολόγητες δικαστικές κρίσεις, που παράγουν άδικες και άστοχες αποφάσεις, αλλά και για εμπλοκή ή διαπλοκή τους με δίκτυα προσωπικής προβολής και δημοσιότητας.

            Σε όλα αυτά, επισημαίνουμε:  

            1. ´Ότι οι παραπάνω αόριστες αναφορές – αυθαίρετες και ατεκμηρίωτες καταγγελίες του κ. Τζαβάρα, δεν συνδέονται, λογικά (σχέση αιτίου – αιτιατού), με την παρουσία και την έκφραση της όποιας γνώμης των εκπροσώπων των Ενώσεων Δικαστικών Λειτουργών, ενώπιον επιτροπών της Βουλής, κατά την προβλεπόμενη στα άρθρα 66 § 3 εδ. β’ του ισχύοντος Συντάγματος και 38 του Κανονισμού της Βουλής διαδικασία, και την υιοθέτηση της γνώμης αυτής από την Βουλή, και προφανώς δεν συνιστούν εκδήλωση της κατά την άποψη του εν λόγω βουλευτή «άσκησης του δικαιώματος της παρρησίας, με την οποία η λαική εντολή τον έχει   εξοπλίσει».

            2. Η Ένωση των Δικαστών σε σωματεία, με σκοπό μεταξύ άλλων, την διασφάλιση και ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαστικής Εξουσίας και της λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας των Δικαστικών Λειτουργών, την προαγωγή της νομικής επιστήμης, αλλά και τη συμβολή στη βελτίωση της νομοθεσίας, συνδέθηκε εξ αρχής με την έμπρακτη κατοχύρωση της Δικαστικής ανεξαρτησίας, εξ ού και πολεμήθηκε και απαγορεύτηκε, απολύτως, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Και γι΄ αυτό θα έπρεπε να είναι και εναργές το νόημα της ρητής πλέον κατοχύρωσης στο Σύνταγμα του 1975, της συνδικαλιστικής ελευθερίας  των Δικαστικών Λειτουργών, όχι ως αντιστρατευόμενης τη φύση του Δικαστικού Λειτουργήματος, αλλά ως συνυφαινόμενης, αναγκαίως, προς αυτό. Με αυτόθροη συνέπεια, όσοι μετέχουν στις Δικαστικές ενώσεις, είτε ως απλά μέλη, είτε ως μέλη της διοίκησής τους, υπηρετώντας και από την θέση αυτή την υπόθεση της ποιοτικής και ανεξάρτητης δικαιοσύνης, να μην επιτρέπεται να αντιμετωπίζονται, με θεσμικώς επικίνδυνες επιθέσεις, όπως οι παραπάνω, από τον κ. Τζαβάρα.

            Παράλληλα, η έκφραση των όποιων απόψεων των καλούμενων να παραστούν, κατά το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής, ενώπιον των ανωτέρω επιτροπών, εκπροσώπων των Δικαστικών Ενώσεων, είναι ελεύθερη, εναπόκειται, δε, στα μέλη των αρμοδίων Επιτροπών και στη Βουλή, να υιοθετήσουν ή μη τις εν λόγω απόψεις, χωρίς, σε  κάθε περίπτωση, να παρέχεται, εκ του λόγου αυτού, το δικαίωμα, σε κανένα βουλευτή, να υποτιμά τους Δικαστικούς Λειτουργούς και τους εκπροσώπους τους, χαρακτηρίζοντάς τους και μάλιστα,   απρόκλητα, ως «συντεχνίες», «νομοθετικούς πελάτες του κοινοβουλίου», αλλά και ως αλαζόνες, που έχουν υπερεκτιμήσει τον θεσμικό τους ρόλο και απειλούν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Η διασφάλιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, κ. Τζαβάρα, τόσο υπό τη λειτουργική, όσο και την προσωπκή της μορφή, ανήκει,  πρωτίστως, στους Δικαστικούς Λειτουργούς, γιατίοι θεσμοί υπηρετούνται και εκπροσωπούνται, από πρόσωπα, που τους τιμούν ή τους ευτελίζουν, με τη στάση τους ή τη συμπεριφορά τους.

            3. Ο θεσμικός ρόλος των Δικαστικών Λειτουργών, που επιχειρεί να υποβαθμίσει ο παραπάνω βουλευτής, καθορίζεται από το Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους, στα πλαίσια των οποίων ασκείται και αποτελεί τη σημαντικότερη εγγύηση των συνταγματικών δικαιωμάτων των πολιτών, μέσα από τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, την νομιμότητα της κρατικής δράσης, τον ποινικό ελεγχο συμπεριφορών και άλλα και είναι οι Δικαστικοί Λειτουργοί εκείνοι που αποφασίζουν, όχι μόνο, για το τί είναι νόμιμο ή παράνομο, αλλά και για το τί ισχύει, τελικώς, ως ρύθμιση.

            4. Η δικαστική λειτουργία, ως ισόκυρη και ισότιμη με την νομοθετική και την εκτελεστική λειτουργία, συντεταγμένη εξουσία της Πολιτείας, ουδέποτε υπήρξε ανεξέλεγκτη, αλλά ούτε και αυτόνομη. Οργανώνεται και λειτουργεί κατά νόμο. Ενεργούσε και ενεργεί, περισσότερο ίσως από οποιαδήποτε άλλη λειτουργία, σύμφωνα με τους ορισμούς του Συντάγματος και των νόμων του κράτους, στην εφαρμογή των οποίων και αποβλέπει, κατά την άσκηση των καθηκόντων των Λειτουργών της, οι οποίοι, όπως είναι γνωστό, δεν έχουν ασυλία. Οι κάθε είδους  αποφάσεις τους κρίνονται και η συμπεριφορά τους, κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων και όχι μόνο, ελέγχονταν και ελέγχονται, από τα θεσμικά τους όργανα, κατά την οριζόμενη από το Ν. 1756/1988, που ψηφίστηκε από την Βουλή, πειθαρχική διαδικασία. Οι αποφάσεις όμως των Δικαστικών Λειτουργών, αναμφίβολα, υπόκεινται σε υπεύθυνη επιστημονική κριτική, όσο αυστηρή και αν είναι. Όχι όμως και σε ανεύθυνη ατεκμηρίωτη κριτική, που αναδεικνύει ασύγγνωστη άγνοια ή και μικροπολιτικές  ιδιοτέλειες.

            5. Η αγανάκτηση για την καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης είναι δίκαιη. Θα πρέπει όμως ο παραπάνω βουλευτής να κατευθύνει την αγανάκτησή του, σε εκείνους που πραγματικά ευθύνονται, για την κατάσταση που επικρατεί, δηλαδή, στους εκπροσώπους των κυβερνήσεων και τους πολιτικούς μας, που κατά το παρελθόν αδράνησαν και αδιαφόρησαν και όχι στους Λειτουργούς της Δικαιοσύνης, που ελάχιστα ευθύνονται για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί     και κυρίως, για την ανοχή τους στην κατάσταση που έχει περιέλθει η Δικαστική Λειτουργία.

            Για όλους αυτούς τους λόγους, είναι και κενό νοήματος, το καθυστερημένο αόριστο προσκλητήριο του κ. βουλευτή, «για μια μεγάλη  δικαστική μεταρρύθμιση που έχει ανάγκη η χώρα», δεδομένου, μάλιστα, ότι, καθ΄ όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο o ίδιος υπήρξε Βουλευτής του τότε Κυβερνώντος Κόμματος και υπεύθυνος του τομέα Δικαιοσύνης, ουδέν αρνητικόν είχε καταλογίσει εις βάρος της Δικαιοσύνης και των Λειτουργών της.

Οι Πρόεδροι των Ενώσεων 

Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Ειρήνη Γιανναδάκη , Πρόεδρος Εφετών 

Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, Αντεισαγγελέας Εφετών

Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Αντιπρόεδρος Ελεγκτικού Συνεδρίου

Κωνσταντίνος Βαρδακαστάνης, Πάρεδρος Ν.Σ.Κ.