• slide1
  • slide2
  • slide
  • slide3

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Πανελλήνιο Συνέδριο Λάρισας 7-8/10/2016

ΕΝΩΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

Λ.Ριανκούρ 85, γρ. 217–218, 2ος όροφος

Αμπελόκηποι–Αθήνα, ΤΚ 115-24

Τηλ 210-6996688 και 210-6980777

FAX: 210-6998848

mail:This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

 

Αθήνα, 26-11-2013

Αρ. Πρωτ. 251

    

Προς 

Τον Υπουργό  Δικαιοσύνης Διαφάνειας και

Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 

κ. Χαράλαμπο Αθανασίου,

            

Αξιότιμε  κύριε Υπουργέ

Σε συνέχεια    των  συζητήσεων  που είχαμε  μαζί σας   οι δικαστικές ενώσεις   σας  υποβάλλουμε  τις θέσεις μας  για τα ζητήματα που θεωρούμε ότι  πρέπει να ρυθμιστούν  άμεσα  ενόψει και του ότι δεν  επιφέρουν δημοσιονομικό  κόστος .

 

Α.Προτεινόμενες   τροποποιήσεις  του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών ( Ν. 1756/1988 )

 

1.-Κανονισμοί εσωτερικής υπηρεσίας των δικαστηρίων  άρθρου 17 Ν.1756/1988

 

ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΡΥΘΜΙΣΗ 

Με την παράγραφο  7  του άρθρου 17  του παραπάνω Κώδικα, όπως η παράγραφος  αυτή αντικαταστάθηκε  με το άρθρο 86  παρ. 2  του ν. 4055/2012 (  ΦΕΚ Α 51/12.3.2012 ) Ορίζεται ότι: 

"7. Οι κανονισμοί και οι τροποποιήσεις τους υποβάλλονται αμέσως στις οικείες ολομέλειες των ανώτατων δικαστηρίων, οι οποίες έχουν δικαίωμα συμπλήρωσης, τροποποίησης ή ακύρωσης αυτών, ως προς όλα τα σημεία και ειδικότερα ως προς τον αριθμό των δικασίμων και των υποθέσεων που προσδιορίζονται σε κάθε δικάσιμο. Οι κανονισμοί ισχύουν μόνο μετά την τελική έγκριση τους από τις ολομέλειες των ανώτατων δικαστηρίων και αφού διαβιβαστούν στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως".

  Προτεινόμενη τροποποίηση της παρ. 7 του άρθρου 17.

Προτείνουμε  την επαναφορά της προισχύσασας  ρύθμισης για τους παρακάτω λόγους   Σύμφωνα με την  ρύθμιση αυτή:

«7. Οι κανονισμοί και οι οποιεσδήποτε τροποποιήσεις τους υποβάλλονται  στον   Υπουργό   Δικαιοσύνης  και  δημοσιεύονται  στην  Εφημερίδα  της Κυβερνήσεως. Ο Υπουργός της Δικαιοσύνης έχει  δικαίωμα,  μέσα  σ`  ένα μήνα  από  την  ημέρα που ο κανονισμός έχει περιέλθει σ` αυτόν, να τον  παραπέμψει για συμπλήρωση, τροποποίηση ή ακύρωση στο αντίστοιχο όργανο  του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου  ή  της  εισαγγελίας.   Οι  κανονισμοί  ισχύουν  από  την ημέρα της δημοσίευσής τους ή τη χρονολογία που αυτοί  ορίζουν.  Προκειμένου  για  κανονισμούς  των  διοικητικών  εφετείων  ο  Υπουργός της Δικαιοσύνης έχει δικαίωμα να παραπέμψει για μια μόνο φορά τον  κανονισμό  με  τις  υποδείξεις  του για συμπλήρωση, τροποποίηση ή  ακύρωση της ολομέλειας αυτού του δικαστηρίου.»

 

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ –ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 

Ήδη, η πρώτη εφαρμογή της διατάξεως περί εγκρίσεως των τροποποιήσεων των Κανονισμών από τις Ολομέλειες των ανώτατων δικαστηρίων έχει αναδείξει τα πρώτα εντονότατα προβλήματά της. Η Ολομέλεια  του Διοικητικού Εφετείου της Αθήνας  που συγκλήθηκε  για το θέμα  αυτό  τρεις φορές, με αφορμή  το 10/2012 πρακτικό της διοικητικής  Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, αρνήθηκε  την κατά τις συστάσεις του ΣτΕ  τροποποίηση του κανονισμού του, ενώ και  η Ολομέλεια του Διοικητικού Εφετείου Πατρών  έκρινε αντισυνταγματική την ως άνω διάταξη  (αναμένεται η καθαρογραφή της απόφασης). Ανάλογα προβλήματα ανέκυψαν  και σε άλλα  διοικητικά δικαστήρια. 

Οι  ρυθμίσεις  της προαναφερθείσης  διάταξης  όπως ισχύει   δεν εναρμονίζονται με την κατοχυρούμενη στο άρθρο 87 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστηρίων και την απορρέουσα από αυτήν αρχή του αυτοδιοίκητου. Σύμφωνα με την παραπάνω αρχή, κάθε δικαστήριο πρέπει  να έχει την εξουσία της εσωτερικής διοικητικής του οργάνωσης, ιδίως δε επί θεμάτων που ασκούν άμεση και ευθεία επιρροή στην άσκηση του δικαιοδοτικού έργου εκ μέρους των δικαστών, και δη στην απόδοση και την ποιότητα της απονεμόμενης δικαιοσύνης. Ενόψει αυτού, η τελική αποφασιστική αρμοδιότητα για τη διαμόρφωση των κανονισμών θα πρέπει να ανήκει στην οικεία ολομέλεια των δικαστών του ίδιου του δικαστηρίου. 

Με την 61/1993 γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι η προβλεπόμενη σε νομοσχέδιο ρύθμιση, κατά την οποία τα τμήματα, η συγκρότησή τους, οι αρμοδιότητες κλπ του Α.Π. ορίζονται με π.δ/μα που εκδίδεται ύστερα από «γνώμη» και όχι ύστερα από «σύμφωνη γνώμη» της ολομέλειας του Α.Π., είναι αντίθετη στις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις. Επίσης, με την 2152/1993 απόφαση του ΣτΕ (Ολομ), ελέγχθηκε η συνταγματικότητα διατάξεων νόμου (2145/1993 άρθρο 12), με τις οποίες ανακατανέμονταν οι αρμοδιότητες του ΣτΕ μεταξύ των διαφόρων σχηματισμών του (με σκοπό την αποδυνάμωση του Ε΄ τμήματος), και κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι οι διατάξεις αυτές είναι αντισυνταγματικές, διότι η κατανομή και ανακατανομή των επί μέρους αρμοδιοτήτων ενός δικαστηρίου μεταξύ των διαφόρων σχηματισμών του, εξαιρείται από την οργανωτική αρμοδιότητα του νομοθέτη, αφού αποτελεί έργο που συνδέεται με την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και επομένως πρέπει να ασκείται από το ίδιο το δικαστήριο, το έργο δε αυτό πρέπει να είναι απαλλαγμένο από οποιαδήποτε δυνατότητα εξωτερικής επεμβάσεως (σκ. 7 απόφασης). Μάλιστα μετά την απόφαση αυτή, εκδόθηκε ο ν.2172/1993, που κατάργησε τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν.2145/1993 αφότου ίσχυσαν. Ενώ, με το άρθρο 4 παρ.1 του ν.3900/2010, κατόπιν αντικατάστασης της παρ.1 του άρθρου 14 του π.δ/τος 18/1989, ανατέθηκε στην ολομέλεια του ΣτΕ να καθορίζει τις κατηγορίες υποθέσεων που υπάγονται στην αρμοδιότητα καθενός από τα τμήματά του. Ομοίως, με την ίδια δηλαδή αιτιολογία, με το 1/2008 πρακτικό της Ολομέλειας του ΣτΕ, ελέγχθηκε και κρίθηκε αντισυνταγματική ρύθμιση για σύσταση Ζ΄ Τμήματος και θέσπιση ανώτατου ορίου παραμονής δικαστών σε τμήματα του ακυρωτικού σχηματισμού.

Ο νομοθέτης, συμμορφούμενος στη συνταγματική επιταγή της λειτουργικής δικαστικής ανεξαρτησίας κατά την εσωτερική οργάνωση των δικαστηρίων, με τον  Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν.1756/1988, ΦΕΚ 35 Α΄), ανέθεσε τη ρύθμιση των ζητημάτων της εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας  των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, σε όργανα των εν λόγω δικαστηρίων. Συγκεκριμένα, όρισε ότι η ολομέλεια  κάθε τακτικού διοικητικού δικαστηρίου έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να καταρτίζει τον κανονισμό της εσωτερικής υπηρεσίας του, καθώς και να συμπληρώνει, τροποποιεί, αντικαθιστά ή καταργεί διατάξεις του κανονισμού αυτού, όταν το επιβάλλουν υπηρεσιακές ανάγκες και ότι ο κανονισμός ορίζει τα τμήματα των δικαστηρίων, τον τρόπο συγκρότησής τους, τον αριθμό των δικασίμων και των υποθέσεων καθεμιάς δικασίμου, την κατανομή των υποθέσεων στα τμήματα, το χρονικό διάστημα που θα υπηρετούν οι δικαστές στα τμήματα, καθώς και οποιοδήποτε ζήτημα ανάγεται στην εσωτερική οργάνωση των υπηρεσιών και στην εύρυθμη διεξαγωγή των εργασιών τους (στοιχείο Α, παρ.1, 2 και 5 του άρθρου 17  και  περ.α της παρ.7 του άρθρου 14, όπως ισχύουν). Οι ως άνω δε κανονισμοί και οι τροποποιήσεις τους, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 17 του ΚΟΔΚΔΛ, δεν υπόκειντο σε έγκριση από άλλο όργανο. Υποβάλλονταν δε στον Υπουργό Δικαιοσύνης και δημοσιεύονταν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Και ναι μεν ο Υπουργός Δικαιοσύνης είχε το δικαίωμα να διαφωνήσει, όμως,  το δικαίωμά του αυτό περιοριζόταν σε απλή παραπομπή του κανονισμού ή της τροποποίησής του. Ειδικότερα, ως προς τους κανονισμούς των διοικητικών εφετείων τους παρέπεμπε μία μόνο φορά,  με τις υποδείξεις του για τροποποίηση κλπ, στην ολομέλεια των ιδίων αυτών δικαστηρίων, ως προς δε τους κανονισμούς των διοικητικών πρωτοδικείων, τους παρέπεμπε στην ολομέλεια του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου, δηλαδή στην ολομέλεια του οικείου διοικητικού εφετείου, η οποία επιλαμβανόταν επί της συγκεκριμένης διαφωνίας. Δηλαδή, ειδικώς για την τακτική διοικητική δικαιοσύνη, ο νομοθέτης αναγνωρίζοντας την διακεκριμένη ιεραρχική της οργάνωση, προέβλεπε τη διατήρηση του ελέγχου των κανονισμών  εντός των δικών της κόλπων, άνευ παραπομπής στο Συμβούλιο Επικρατείας. 

Ωστόσο, με τη νεοπαγή διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 86 του ν.4055/2012 (ΦΕΚ 51 Α΄), με την οποία αντικαταστάθηκε η παράγραφος 7 του άρθρου 17 του ως άνω Κώδικα,  όπως η διάταξη αυτή είναι διατυπωμένη, επιχειρείται, κατά παράβαση των ως άνω συνταγματικών διατάξεων, επέμβαση στους κανονισμούς εσωτερικής υπηρεσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, από άλλα, εκτός των δικαστηρίων τούτων, όργανα και συγκεκριμένα από την Ολομέλεια των ανωτάτων δικαστηρίων, που μπορεί πλέον να διαμορφώνει το τελικό περιεχόμενο των εν λόγω κανονισμών, και σε θέματα που ασκούν άμεση και ευθεία επιρροή στην άσκηση του δικαιοδοτικού έργου των δικαστών και δη στην απόδοση και την ποιότητα, ήτοι την αποτελεσματικότητα της απονεμόμενης δικαιοσύνης, είτε άμεσα (προβαίνοντας απ’ ευθείας σε τροποποίηση, συμπλήρωση, ακύρωση οποιασδήποτε διάταξης κανονισμού, με αφορμή την υποβολή, ενώπιόν της, κανονισμού ή τροποποίησης αυτού), είτε έμμεσα (μη εγκρίνοντας κανονισμό ή τροποποίησή του), αναιρώντας στην πράξη την αποκλειστική αρμοδιότητα της ολομέλειας των  δικαστηρίων και καταλύοντας τη λειτουργική τους ανεξαρτησία, όταν ασκούν τις προβλεπόμενες στο νόμο διοικητικές αρμοδιότητές τους.  Το γεγονός δε ότι το οριζόμενο όργανο είναι δικαστικό δεν αναιρεί τη συνταγματική παραβίαση, πολλώ μάλλον, αφού τούτο ανήκει σε διαφορετικά διαρθρωμένο (βλ. Ολομ. ΣΤΕ 643/2004) και ιεραρχικά ανώτερο κλάδο.  

 Περαιτέρω, οι διατάξεις  του άρθρου 17 του ΚΟΔΚΔΚ, και ιδίως αυτές των παραγράφων 1 (κάθε δικαστήριο καταρτίζει, κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας, τον τροποποιεί κλπ), 5 (με τον κανονισμό καθορίζεται, μεταξύ άλλων, ο αριθμός των δικασίμων και των υποθέσεων καθεμιάς δικασίμου) και 7 –πριν την επίμαχη αντικατάσταση- (περιορισμένη αρμοδιότητα του Υπουργού, εξαντλούμενη σε  παραπομπή των κανονισμών των διοικητικών εφετείων με υποδείξεις στις ολομέλειες των δικαστηρίων αυτών και σε παραπομπή των κανονισμών των διοικητικών πρωτοδικείων στην ολομέλεια των οικείων διοικητικών εφετείων, προκειμένου να επιλυθεί η συγκεκριμένη διαφωνία ) καθώς και αυτή της παρ.2 (αποκλειστική αρμοδιότητα της ολομέλειας κάθε δικαστηρίου να καταρτίζει κανονισμό, να τον τροποποιεί κλπ), ενταγμένες στο πλαίσιο της δημοκρατικής εξέλιξης στη λειτουργία της δικαιοσύνης, θεσπίστηκαν από  τότε που ίσχυσε ο ν.1756/1988 (οι μεταγενέστερες αντικαταστάσεις με το άρθρο 4 παρ.1 του ν.2172/1993 και 52 παρ.1 του ν.3659/2008 – ΦΕΚ 77 Α΄- απλώς διαφοροποιούν τη διατύπωση), δηλαδή εφαρμόζονταν επί 24 συνεχή χρόνια, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί, μέχρι σήμερα, η ορθότητά τους  και  επομένως είχαν καταστεί πάγιοι κανόνες της νομοθεσίας που διέπει τα της οργάνωσης και λειτουργίας των δικαστηρίων. Για την επί της ουσίας, δε, «κατάργηση» τους (η επίμαχη ρύθμιση, στην πραγματικότητα «καταργεί» και τις λοιπές), δεν προβάλλεται στην εισηγητική έκθεση του ν.4055/2012 επαρκής λόγος. Ο  αναφερόμενος σε αυτήν σκοπός «να μπορεί η ολομέλεια του ανώτατου δικαστηρίου να ελέγξει κατά πόσο ο οριζόμενος με τον κανονισμό αριθμός δικασίμων και των υποθέσεων που προσδιορίζεται σε κάθε δικάσιμο είναι αυτός που αρμόζει για το δικαστήριο για το οποίο πρόκειται»,  απαξιώνει τα δικαστήρια και υποβαθμίζει το θεσμικό ρόλο τους (πλην των ανωτάτων), πλήττει δε ευθέως τη λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών όταν ασκούν τις διοικητικές αρμοδιότητές τους, στον καθορισμό των κανόνων για αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, και ιδιαίτερα στην ουσιαστική κρίση τους για τον οριζόμενο αριθμό χρέωσης των υποθέσεων στους δικαστές, ώστε να εξασφαλίζεται, κατά το δυνατόν, και ταχεία απόδοση, αλλά και ποιότητα  απονομής της δικαιοσύνης. 

Ειδικώς επισημαίνεται ότι μόνο το κάθε δικαστήριο, κεντρικό ή περιφερειακό, είναι σε θέση να γνωρίζει σε βάθος και με ακρίβεια τις υπηρεσιακές του ανάγκες, τις δυνατότητες και ιδιαιτερότητές του, και, εντεύθεν, τον κατάλληλο τρόπο διοίκησης και λειτουργίας του˙ ειδικότερα, δε, «τη φέρουσα ικανότητά του», ήτοι τις δυνατότητες των δικαστών του, των υπαλλήλων του και το είδος και την περιπλοκότητα  των δικαζόμενων υποθέσεων, όπως αυτά διαμορφώνονται σε βάθος χρόνου. Μάλιστα, στην περίπτωση των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων πρέπει να σημειωθεί  ότι οι δικαστές του Συμβουλίου Επικρατείας στην συντριπτική τους πλειοψηφία δεν έχουν υπηρετήσει σε αυτά, αντλούν, δε, την γνώση τους έμμεσα από τον αναιρετικό έλεγχο και τη διαδικασία της επιθεώρησης.

               Προβληματισμούς γεννά και το ζήτημα ότι σύμφωνα με την ίδια διάταξη, κατά την διαδικασία αυτή της εγκρίσεως, το ανώτατο δικαστήριο έχει την εξουσία να επέμβει και να τροποποιήσει κάθε διάταξη του εκάστοτε κανονισμού, ακόμα και μη συναφή με την υπό τροποποίηση. Η δυνατότητα αυτή αιφνιδιάζει το σώμα των διοικητικών δικαστών και αποτρέπει, στην πράξη, την πρωτοβουλία για τροποποιήσεις κανονισμών, ακόμα κι αν αυτές είναι απαραίτητες και θετικές. 

               Επιπρόσθετα, είναι ενδεικτικό της γενικευμένης τάσης για αυξημένη ποσοτική απόδοση των δικαστών,  το γεγονός ότι η διάταξη μετ΄επιτάσεως αναφέρεται μόνο στο ζήτημα του αριθμού των προσδιοριζομένων και εκδικαζόμενων υποθέσεων (χρέωση), μολονότι με τους κανονισμούς ρυθμίζονται (ή και καταλείπονται αρρύθμιστα) πλείστα άλλα ζητήματα με πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από πλευράς δικαστικής ανεξαρτησίας και αμεροληψίας.   

Επισημαίνεται τέλος ότι   στο με αρ. 10/2012 πρακτικό της διοικητικής  ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας,   αναφέρεται    ότι «η Ολομέλεια του Συμβουλίου Επικρατείας δεν υποκαθίσταται στην κρίση της ολομέλειας των δικαστών του οικείου δικαστηρίου», ενώ,  στο ίδιο πρακτικό  διατυπώθηκε μειοψηφική άποψη, με την οποία εκφράζονται αμφιβολίες «ως προς τη συνταγματικότητα ρυθμίσεων που προβλέπουν επεμβάσεις οργάνων του Συμβουλίου της Επικρατείας στην εσωτερική οργάνωση και λειτουργία τακτικών διοικητικών δικαστηρίων». 

 Ενόψει τούτων και  δεδομένου ότι  η  παραπάνω διάταξη  δημιουργεί  ερμηνευτικά προβλήματα  και  θέτει υπό αμφισβήτηση   το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων προτείνουμε την  κατά τα άνω  αντικατάστασή της.

 

 2. Με το  άρθρο 43  παρ.  3 και 4 του Ν. 1756/1988, όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 90 παρ.1  του Ν.4055/2012, ΦΕΚ Α 51/12.3.2012   ορίζεται ότι: 

3. “Δεν οφείλεται μισθός για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο δικαστικός λειτουργός από δική του υπαιτιότητα δεν παρέχει υπηρεσία. Ως μη παροχή υπηρεσίας νοείται και η, κατά την κρίση των οργάνων που αναφέρονται στην επόμενη παράγραφο, αδικαιολόγητη καθυστέρηση παράδοσης σχεδίων αποφάσεων και δικογραφιών που του ανατίθενται προς επεξεργασία, καθώς και η μη συμμετοχή στις συνεδριάσεις των οργάνων του δικαστηρίου ή η μη εκτέλεση υπηρεσίας που του ανατέθηκε αρμοδίως.

4. Στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου ο μισθός περικόπτεται με πράξη του δικαστικού λειτουργού που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή τη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ή με πράξη του προϊσταμένου του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου ή εισαγγελίας. Για την περικοπή του μισθού του εκκαθαριστή - δικαστικού λειτουργού, αρμόδιος είναι ο προϊστάμενος του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου ή εισαγγελίας. Ο αρμόδιος για την περικοπή του μισθού πριν προβεί στην έκδοση της πράξης καλεί εγγράφως τον δικαστικό λειτουργό να εκφράσει τις απόψεις του, ενώ τάσσει σε αυτόν και προθεσμία για την περαίωση της εκκρεμότητας. Η πράξη της περικοπής τίθεται στον ατομικό φάκελο του δικαστικού λειτουργού και συνιστά δυσμενές στοιχείο για την προαγωγή του. Κατά της πράξης αυτής επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του οικείου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από την επίδοση της στον ενδιαφερόμενο δικαστικό λειτουργό, χωρίς να αναστέλλεται για οποιονδήποτε λόγο η εκτέλεση της. Το συμβούλιο αποφαίνεται αμετάκλητα και, αν αποδεχθεί την προσφυγή, εξαφανίζει την πράξη περικοπής και η πράξη αυτή αφαιρείται από τον ατομικό φάκελο του δικαστικού λειτουργού και δεν λαμβάνεται υπόψη για την προαγωγή του, 

ενώ διατάσσεται η απόδοση του μισθού που περικόπηκε".

 

 ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΔΙΑΤΑΞΗΣ  

Οι αποδοχές των δικαστών δεν επιτρέπεται, κατά τα οικεία διεθνή standards, να συνδέονται με την ποσότητα του παραγόμενου από αυτούς έργου. Αποτελούν ελάχιστη εγγύηση για τη νηφάλια άσκηση του λειτουργήματος τους. [βλ. σχετικώς την παρ. 55 της Σύστασης CM/Rec(2010) 12 της Επιτροπής των Υπουργών : «Πρέπει να αποφεύγονται εθνικά συστήματα υπολογισμού της δικαστικής αποζημίωσης, κατά τα οποία οι αποδοχές των δικαστών εξαρτώνται από  την απόδοσή τους».Εξάλλου, η κύρωση, μολονότι έχει αμιγώς πειθαρχικό χαρακτήρα, βρίσκεται σε κεφάλαιο που αφορά την αξίωση επί του μισθού,  συντρέχει   παράλληλα με την καταρχήν πειθαρχική διαδικασία και επιβάλλεται από τον Προϊστάμενο του δικαστηρίου, ο οποίος ανάγεται έτσι σε πρωτοβάθμιο πειθαρχικό όργανο κατά το δημοσιοϋπαλληλικό πρότυπο.  Είναι, δε, μη ρεαλιστική και εξουθενωτική, λαμβανομένου υπόψη και   ότι οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών ήδη δεν επαρκούν για την επιβίωσή τους και την κάλυψη των ελάχιστων λειτουργικών εξόδων τους. 

  

3.-Με το  άρθρο  44 παρ. 11του Ν. 1756/1988  όπως  η  παράγραφος αυτή  αντικαταστάθηκε  με το άρθρο 90 παρ. 2   του ν. 4055/2012 ( ΦΕΚ 51/12-3-2012), ορίζεται ότι:

11. “Δικαστικός λειτουργός δεν έχει δικαίωμα να κάνει ολικά ή μερικά χρήση δικαστικών διακοπών ή κανονικής άδειας, εφόσον κατά την κρίση του οικείου προϊσταμένου υπάρχει κίνδυνος ουσιώδους καθυστέρησης στην έκδοση απόφασης ή βουλεύματος σε επείγουσα υπόθεση ή σε άλλη επείγουσα δικαστική ενέργεια. Αν ο δικαστικός λειτουργός καθυστερεί να παραδώσει σημαντικό αριθμό σχεδίων αποφάσεων υποθέσεων που έχουν συζητηθεί ή καθυστερεί να επεξεργασθεί τις δικογραφίες που του έχουν ανατεθεί κατά τους όρους που καθορίζει ο νόμος, ο κανονισμός ή η ολομέλεια του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, μπορεί να υποχρεωθεί, με πράξη του προϊσταμένου του οικείου δικαστηρίου ή με πράξη του προϊσταμένου του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου ή εισαγγελίας, να προσκομίσει τον οριζόμενο από αυτούς αριθμό σχεδίων ή δικογραφιών μέσα στην περίοδο των δικαστικών διακοπών Σε κάθε περίπτωση ο δικαστικός λειτουργός έχει υποχρέωση, η οποία ελέγχεται πειθαρχικά, να έχει διεκπεραιώσει την εκκρεμότητα πριν την έναρξη του νέου δικαστικού έτους”. 

 

ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΔΙΑΤΑΞΗΣ 

Επισημαίνουμε  ότι, στην πραγματικότητα, δεν υφίστανται «δικαστικές διακοπές», κατά κυριολεξία, αλλά πρόκειται, όπως όλοι γνωρίζουμε, για τη λειτουργία θερινών τμημάτων (ή τμημάτων διακοπών) στα δικαστήρια, κατά τα οποία υπηρετούν όλοι ανεξαιρέτως οι δικαστές εκ περιτροπής. Από την απλή δε μελέτη του οικείου περί αδειών των δικαστών άρθρου (44 του ΚΟΔΚΔΛ), προκύπτει ότι σε αυτό ρυθμίζονται μάλλον οι περιπτώσεις μη χορήγησης ή ανάκλησης ή στέρησης των σχετικών αδειών, παρά οι προϋποθέσεις λήψης αυτών.  Εξάλλου, όπως αποδεικνύεται από τα σχετικά στατιστικά, οι δικαστές, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού διεκπεραιώνουν μεγαλύτερο αριθμό υποθέσεων από το σύνηθες, καθώς εργάζονται κανονικά και κατά τη διάρκεια της όποιας «άδειας» τελικώς κριθεί, με γνώμονα τις υπηρεσιακές δυνατότητες, ότι δικαιούνται. Επομένως, δεν υφίσταται πρακτικά περιθώριο περαιτέρω περικοπής των λεγόμενων «δικαστικών διακοπών». Όπως δε προαναφέρθηκε, μολονότι η ρύθμιση έχει, κατ’ ουσία, πειθαρχικό χαρακτήρα, επιβάλλεται όχι από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα, αλλά από τον προϊστάμενο του οικείου δικαστηρίου ή του ανώτερου δικαστηρίου.  Συνάμα δε ο δικαστής δεν έχει δυνατότητα να στραφεί κατά της παραπάνω απόφασης, όπως θα είχε εάν επρόκειτο για απόφαση πειθαρχικού οργάνου. 

Θεωρούμε ότι η ρύθμιση, στερώντας  το δικαστή από στοιχειώδες εργασιακό δικαίωμά του, προσβάλλει την κατοχυρούμενη στα άρθρα 2 παρ.1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στοιχειώδη ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας σε σχέση με τα εργασιακά δικαιώματα, που δεν επιτρέπεται να θίγονται στον πυρήνα τους. Και τούτο λαμβανομένου υπόψη ότι η συντριπτική πλειοψηφία των δικαστικών λειτουργούν πάντα με υψηλό αίσθημα καθήκοντος και αυτοελέγχου, έχουν πλήρη συναίσθηση της σοβαρότητας και του επείγοντος των υποθέσεων που χειρίζονται, και δεν χρειάζονται φόβητρα, για την επιτέλεση του καθήκοντός τους, που μόνο υποτιμητικά λειτουργούν.

Συναφώς, η ρύθμιση ελέγχεται ως μη συνάδουσα και με το άρθρο 7 της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ, που ορίζει ως κατώτατο όριο της ετήσιας άδειας τις 4 εβδομάδες, δηλαδή, 20 εργάσιμες μέρες. [Ειδικότερα : Article 7 of Directive 2003/88/ΕC «concerning certain aspects of the organisation of working time» provides for an individual right of all workers to paid annual leave of a minimum duration of four weeks. The ECJ has ruled that this entitlement is a particularly important principle of Community law from which there can be no derogations. Moreover, national legislation cannot require any prerequisites for granting this leave. The ECJ has underlined that, according to Article 1(3) of Directive 2003/88, the Directive applies to all sectors of activity, whether private or public, with the exception of certain specific sectors which are expressly listed in Article 2 of Directive 89/391. [1] It is thus clear that judicial functionaries fall within the ambit of the Directive. Τhe right to an annual leave, in the above sense, is also guaranteed by Article 31(2) of the Charter of Fundamental Rights of the EU, which, by virtue of Article 6(1) of the EU Treaty, as amended by the Lisbon Treaty, enjoys primary law status since the 1st of December 2009

  

4. Με το άρθρο 194 παρ. 1 εδαφ. 2  του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας  (Ν.2717/1999,) όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 81 του Ν. 3659/2008 και των  αντίστοιχων ρυθμίσεων  του   άρθρου  307  του Κωδ. Πολ. Δικονομίας , όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με  το άρθρο  81 του Ν. 3659/2008, ορίζεται  ότι: 

"Μόλις συμπληρωθεί το οκτάμηνο, ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Επιθεώρησης των Δικαστηρίων επιλαμβάνεται και ερευνά αν είναι δικαιολογημένη ή μη η καθυστέρηση. Στη διοικητική δίκη, η ανωτέρω Προθεσμία διακόπτεται μέχρι τη συμπλήρωση των στοιχείων του φακέλου της δικογραφίας από τη διοίκηση, εφαρμοζόμενης κατά τα λοιπά αναλόγως της παραγράφου 2 του άρθρου 139 Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Όταν αυτή κριθεί δικαιολογημένη, παρέχεται στον δικαστή Προθεσμία δύο μηνών για τη δημοσίευση των αποφάσεων που καθυστερούν πέραν του οκταμήνου. Σε περίπτωση αδικαιολόγητης καθυστέρησης, όπως και όταν παρέλθει η Προθεσμία των δύο μηνών που χορηγήθηκε, κατά το προηγούμενο εδάφιο, χωρίς να έχουν δημοσιευθεί οι αποφάσεις που καθυστερούν, ο δικαστής υποχρεούται να επιστρέψει τη δικογραφία, άλλως αυτή αφαιρείται αμέσως με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης αυτού. Για τις υποθέσεις αυτές ορίζεται δικάσιμος για νέα Συζήτηση, υποχρεωτικώς, εντός τριών μηνών για τις υποθέσεις ειδικών διαδικασιών και έξι μηνών για τις υποθέσεις τακτικής Διαδικασίας, από τη συμπλήρωση των παραπάνω προθεσμιών των οκτώ ή των δέκα μηνών....”

  

ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΔΙΑΤΑΞΗΣ 

Η ρύθμιση αυτή,  προσβάλλει ευθέως την ίδια την συνταγματική αρχή περί φυσικού δικαστή (άρθρο 8 Σ). Υπενθυμίζεται σχετικώς ότι και κατά τα οικεία διεθνή κείμενα, (βλ. R (94) 12 Σύσταση της Επιτροπής Υπουργών των Κρατών-Μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης για την  ανεξαρτησία, την αποτελεσματικότητα και το ρόλο των δικαστών, γενικές αρχές, περίπτωση f), «Η υπόθεση δεν μπορεί να αφαιρεθεί από το συγκεκριμένο δικαστή χωρίς σοβαρό λόγο, όπως σε περίπτωση σοβαρής ασθένειας  ή σύγκρουσης συμφερόντων».   Ήδη, σε τέτοιες σοβαρές περιπτώσεις, προβλέπεται η ανασυζήτηση της υπόθεσης  (βλ. ίδιο άρθρο και παράγραφο, τελευταίο εδάφιο). 

  Περαιτέρω  όσον αφορά το γενικότερο ζήτημα του νομοθετικού προσδιορισμού προθεσμιών επεξεργασίας δικογραφιών και έκδοσης δικαστικών αποφάσεων (εντός έξι ή οκτώ ή δύο μηνών ή ενός μηνός) που κατακλύζουν πλέον όλα τα κεφάλαια  του ΚΟΔΚΔΛ αλλά και πολλά νέα νομοθετήματα, επισημαίνουμε αφενός ότι οι προβλέψεις αυτές αποτελούν ελληνική πρωτοτυπία, αφετέρου ότι, υπό το φως της καθιερούμενης στο άρθρο 87 του  Συντάγματος λειτουργικής δικαστικής ανεξαρτησίας, οι προθεσμίες αυτές ερμηνεύονται ως έχουσες εντελώς ενδεικτικό χαρακτήρα.

     Τονίζουμε, ακόμα, ότι, «η επίκαιρη απονομή της δικαιοσύνης, που αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του Κράτους Δικαίου, δεν επιτυγχάνεται με την επιβολή προθεσμιών, εντός των οποίων ο δικαστής οφείλει να επιτελεί τα καθήκοντά του, αλλά με την λήψη των κατάλληλων νομοθετικών και διοικητικών μέτρων, σε σχέση με το ανθρώπινο δυναμικό και την υλικοτεχνική υποδομή, κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται η άρτια οργάνωση και λειτουργία του συστήματος. Εξάλλου, όπως αναφέρεται στο πρακτικό της ίδιας διοικητικής Ολομέλειας ΣτΕ 17/2011 « …..στον παράγοντα, όμως, αυτόν (καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης)  πρέπει να αποδοθεί η βαρύτητα που του αναλογεί. Οι κάθε είδους αδυναμίες που διαπιστώνονται στην εκτέλεση των καθηκόντων συγκεκριμένων προσώπων δεν αποτελούν , βεβαίως, τη βασική αιτία της γενικευμένης καθυστέρησης που εμφανίζεται σχεδόν σε όλα τα δικαστήρια της χώρας. Και πάντως καθυστερήσεις, αδράνεια, παραλείψεις στην άσκηση των δικαιοδοτικών καθηκόντων δεν ταυτίζεται με την έννοια της αρνησιδικίας, η οποία υποδηλώνει ενσυνείδητη και σκόπιμη άρνηση εκδίκασης των υποθέσεων και επίλυσης των αντίστοιχων διαφορών». Επί του ιδίου θέματος αυτού η  Συντονιστική Επιτροπή των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας, στις θέσεις που κατέθεσε με αφορμή το σχέδιο νόμου «για τη δίκαιη δίκη..»….( ν.4055/2012) « Υπό τις παρούσες συνθήκες (δηλ. ενόψει της τεράστιας επιβάρυνσης των πινακίων και των τεράστιων κενών σε δικαστικούς λειτουργούς) εκτιμάται ότι οι παραπάνω ρυθμίσεις θα λειτουργήσει εκφοβιστικά στους δικαστές, με αποτέλεσμα στο «βωμό της επιτάχυνσης» να «θυσιαστεί» η ποιότητα των αποφάσεων και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Παρότι και οι δικαστικοί λειτουργοί δεν είναι άμοιροι ευθυνών για το καθεστώς της γενικευμένης δομικής και συστημικής «οιονεί» αρνησιδικίας που επικρατεί (παραδείγματα άπειρα), παρά ταύτα, με τις ρυθμίσεις αυτές, η πολιτεία, ως «πόντιος Πιλάτος», «νίπτει» τας χείρας της» από τις δικές της “αμαρτίες” (έλλειψη ικανού αριθμού δικαστικών λειτουργών, δικαστικών υπαλλήλων, υποδομών κ.λ.π.) και επιχειρεί να “φορτώσει” όλα τα δικά της «ανομήματα» στις πλάτες των δικαστών». (,σχ και το.πρακτικό  διοικητικής Ολομελείας  Δ.Πρωτοδικείου Πειραιώς 3/2011,όπου η Ολομέλεια εξέφερε την γνώμη της  επί των διατάξεων περί τροποποίησης του ν.1756/1988  που περιλαμβάνονταν στο  σχέδιο  νόμου «για την δίκαιη δίκη…» (ν.4055/2012).

 

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΩΣ ΑΝΩ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ 

Το υφιστάμενο, προ του ν. 4055/2012, πλαίσιο πειθαρχικού δικαστικού δικαίου ήταν επαρκέστατο για την αντιμετώπιση των μεμονωμένων εκείνων περιπτώσεων δικαστικών λειτουργών που επεδείκνυαν αδιαφορία ή ήταν πραγματικά ακατάλληλοι για την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι αλλαγές που συντελέσθηκαν με το ν. 4055/2012, το δικαστικό σώμα έχει την άποψη ότι κινούνται προς την κατεύθυνση της δημιουργίας κλίματος εκφοβισμού και εργασιακής ασφυξίας για το δικαστή που εργάζεται σκληρά και με κανέναν τρόπο δεν θα επιφέρουν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα της καλούμενης «επιταχύνσεως»˙ αντιθέτως, αυξάνουν την ήδη υπάρχουσα συνθλιπτική εργασιακή πίεση, με αρνητικά αποτελέσματα ως προς την ποιοτική δικαιοδοτική απόδοση. Επισημαίνεται, επίσης, καταρχάς, ότι ο χρόνος που απαιτείται για  την επεξεργασία κάθε υπόθεσης δεν μπορεί να προεξοφληθεί από κανέναν Προϊστάμενο, αλλά είναι διαγνώσιμη μόνο από το δικαστή που τη χειρίζεται. Κατ΄ επέκταση, η «καθυστέρηση έκδοσης απόφασης» είναι δυνατόν να αξιολογηθεί ως τέτοια μόνον κατόπιν συνεκτιμήσεως του συνόλου των υποθέσεων που χειρίζεται τη δεδομένη χρονική στιγμή ο δικαστής, με αναφορά τόσο στην ποσότητα αυτών, αλλά –ιδίως- στη δυσκολία τους. Τέλος, η αποσπασματικότητα των ρυθμίσεων που εισήχθησαν και η άναρχη τοποθέτησή τους σε διάφορα κεφάλαια του ΚΟΔΚΔΛ, δημιουργεί τη δυνατότητα για το ίδιο πειθαρχικό αδίκημα (ιδίως ως προς την καθυστέρηση έκδοσης αποφάσεων) να επιβληθούν πολλαπλές κυρώσεις και μάλιστα εξοντωτικές για την επιβίωση, την υπηρεσιακή εξέλιξη και την αξιοπρέπεια του δικαστή.

  

5.ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ  ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ  ΤΗΣ ΠΑΡ. 21 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ  44 του Ν. 1756/1988. 

  

Σε συμμόρφωση  με τις  3590, 3591/2013  αποφάσεις του ΣτΕ    πρέπει να επανέλθει  η   προϊσχύσασα ρύθμιση  περί εννεάμηνης   γονικής άδειας  ανατροφής  τέκνου  σε δικαστικούς λειτουργούς,  η οποία  και πρέπει να βελτιωθεί  ως προς τις  πολύδυμες κυήσεις  σύμφωνα με την 845/2013  απόφαση του ΣτΕ, καθώς  και να υπάρξει μεταβατική ρύθμιση  για όσους  στερήθηκαν  την εν λόγω επιπλέον  άδεια  και τα παιδιά  τους  δεν έχουν συμπληρώσει το 3ο έτος της ηλικίας τους,   προκειμένου να αποφευχθούν  άσκοποι δικαστικοί αγώνες.  

  

ΙΣΧΥΟΥΣΑ  ΔΙΑΤΑΞΗ όπως  αντικαταστάθηκε   με το άρθρο 89  του Ν.4055/2012, (ΦΕΚ Α 51/12.3.2012 ):

  21. “Στο γονέα δικαστικό λειτουργό χορηγείται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ύστερα από αίτηση του, άδεια πέντε (5) μηνών με αποδοχές για ανατροφή παιδιού. Η ημερομηνία έναρξης της ορίζεται: α) από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης, σε όσα Δικαστήρια διευθύνονται από Τριμελές Συμβούλιο, β) από τον προϊστάμενο του Δικαστηρίου ή της Εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων σε κάθε άλλη περίπτωση, και πρέπει να προσδιορίζεται, όταν το σχετικό αίτημα υποβάλλεται από μητέρα δικαστική λειτουργό, το συντομότερο δυνατόν, οπωσδήποτε, όμως, μέσα σε δύο (2) μήνες από το πέρας της άδειας μητρότητας που έλαβε η ίδια δικαστική λειτουργός. Η αίτηση για τη χορήγηση της πιο πάνω άδειας σε πατέρα δικαστικό λειτουργό για την ανατροφή του παιδιού του πρέπει να υποβάλλεται το συντομότερο δυνατόν μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας που έχει χορηγηθεί στην εργαζομένη μητέρα του παιδιού του. 

Αν η σύζυγος του δικαστικού λειτουργού δεν έχει πάρει άδεια μητρότητας, η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται το συντομότερο δυνατόν μετά την ημερομηνία κατά την οποία θα έληγε η άδεια μητρότητας, την οποία, με βάση το χρόνο τοκετού, θα ελάμβανε μητέρα δικαστική λειτουργός.»

  

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ  ΡΥΘΜΙΣΗ 

Επαναφορά  της κατά την προϊσχύσασα διάταξη εννεάμηνης  άδειας  σύμφωνα με τα παρακάτω 

"21. Στο γονέα  δικαστικό λειτουργό   χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και ύστερα από αίτησή του, άδεια εννέα (9) μηνών με αποδοχές για ανατροφή παιδιού. Σε περίπτωση  πολύδυμης κύησης η παραπάνω άδεια  προσαυξάνεται κατά τρεις μήνες . 

Η ημερομηνία έναρξής της ορίζεται: α) από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης σε όσα Δικαστήρια διευθύνονται από Τριμελές Συμβούλιο, β) από τον προϊστάμενο του Δικαστηρίου ή της Εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων σε κάθε άλλη περίπτωση και πρέπει να προσδιορίζεται όταν το σχετικό αίτημα υποβάλλεται από μητέρα δικαστική λειτουργό, το συντομότερο δυνατόν, οπωσδήποτε, όμως, μέσα σε δύο (2) μήνες από το πέρας της άδειας μητρότητας που έλαβε η ίδια δικαστική λειτουργός. Η αίτηση για τη χορήγηση της πιο πάνω άδειας σε πατέρα δικαστικό λειτουργό για την ανατροφή του παιδιού του πρέπει να υποβάλλεται το συντομότερο δυνατόν μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας που έχει χορηγηθεί στην εργαζομένη μητέρα του παιδιού του. 

Αν η σύζυγος του δικαστικού λειτουργού δεν έχει πάρει άδεια μητρότητας, η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται το συντομότερο δυνατόν μετά την ημερομηνία κατά την οποία θα έληγε η άδεια μητρότητας, την οποία, με βάση το χρόνο τοκετού, θα ελάμβανε μητέρα δικαστική λειτουργός. 

Οι παραπάνω  διατάξεις  εφαρμόζονται και για τους δικαστικούς λειτουργούς στους οποίους χορηγήθηκε άδεια ανατροφής παιδιού  σύμφωνα με την  προϊσχύσασα  διάταξη και  των οποίων τα παιδιά δεν έχουν συμπληρώσει το 3ον έτος της ηλικίας τους, κατά  την δημοσίευση  του νόμου αυτού »

  

6.-Με το άρθρο  50 ΠΑΡ. 2 του ν.1756/1988 ορίζεται ότι: 

2. “Μετάθεση δικαστικού λειτουργού δεν επιτρέπεται πριν από τη συμπλήρωση υπηρεσίας ενός (1) δικαστικού έτους στον τόπο όπου τοποθετήθηκε, λόγω διορισμού, προαγωγής ή μετάθεσης. Προκειμένου για δικαστές των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων δεν επιτρέπεται μετάθεση πριν από τη συμπλήρωση υπηρεσίας δύο (2) δικαστικών ετών στον τόπο όπου τοποθετήθηκαν, λόγω διορισμού, προαγωγής ή μετάθεσης. Κατ` εξαίρεση, επιτρέπεται μετάθεση και πριν την παρέλευση του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, για υπηρεσιακούς ή σοβαρούς προσωπικούς λόγους, οι οποίοι πρέπει να βεβαιώνονται ειδικά στην απόφαση ή αν υποβληθούν αιτήσεις αμοιβαίας μετάθεσης ή εάν υπάρχει ή προκύπτει κώλυμα εντοπιότητας.

  

ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΔΕΙΤΕΡΟΥ ΕΔΑΦΙΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ  ΑΥΤΗΣ. 

Με  την εν λόγω διάταξη σε αντίθεση με όσα ισχύουν  για τους δικαστές πολιτικής και ποινικής  δικαιοδοσίας, δεν επιτρέπεται μετάθεση διοικητικού δικαστή πριν τη συμπλήρωση διετίας στον τόπο που τοποθετήθηκε. Με απόφαση του ΑΔΣΔΔ κρίθηκε ότι ο υπολογισμός της διετίας αρχίζει από την τοποθέτηση του μετατιθέμενου δικαστικού λειτουργού στο οικείο δικαστήριο. Επίσης είναι γνωστό ότι μεσολαβεί συχνά μακρύς χρόνος από τη στιγμή που θα κενωθεί μία θέση έως την πλήρωσή της (υποβολή ερωτήματος, απόφαση δικαστικού συμβουλίου, καθαρογραφή και δημοσίευση απόφασης). Ως εκ τούτων, ο εν λόγω χρόνος μετατρέπεται εν τοις πράγμασι σε τριετία. Έτσι, είναι συχνό το φαινόμενο νεώτεροι στην επετηρίδα δικαστές να καλύπτουν κενές θέσεις σε δικαστήρια της προτιμήσεώς τους, ενώ, αρχαιότεροι να παραμένουν επί πολλά έτη σε απομακρυσμένα δικαστήρια έως ότου συμπληρωθεί ο απαραίτητος χρόνος και κενωθεί η αντίστοιχη θέση. Ωστόσο, υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες,  η ούτως ή άλλως άδικη  και άνιση αυτή μεταχείριση  έχει  δημιουργήσει  πολλαπλά προβλήματα.

Προ τούτο προτείνουμε την κατάργηση  της σχετικής διάταξης αλλά και εκείνης που αφορά ειδικώς τους διοικητικούς δικαστές  και για λόγους εξομοίωσης  με τους δικαστικούς  λειτουργούς  των άλλων κλάδων της δικαιοσύνης.  

   

7. ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ  ΑΡΘΡΟΥ  65  ΠΑΡ. 1 ΚΑΙ  5  Ν. 1756/1988

Πάρεδροι πρωτοδικείου διοικητικών δικαστηρίων και διορισμός τους σε θέση πρωτοδίκη. Με την διάταξη αυτή ορίζεται ότι «1.  Οι  πάρεδροι  πρωτοδικείου  των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων διανύουν διετή δοκιμαστική υπηρεσία, στη διάρκεια της  οποίας  αν  και  δεν  έχουν  αποκτήσει  ακόμη  την  ιδιότητα  του  τακτικού  δικαστικού  λειτουργού, την οποία αποκτούν με το διορισμό και την  ορκωμοσία  τους  ως  πρωτοδικών,  έχουν  τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του τακτικού  δικαστικού λειτουργού.  (…) 5. Μετά τη συμπλήρωση της διετούς δοκιμαστικής υπηρεσίας το  Ανώτατο Δικαστικό  Συμβούλιο  Διοικητικής  Δικαιοσύνης, αποφασίζει, ύστερα από  ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, για  το  διορισμό  των  παρέδρων  σε  θέσεις  πρωτοδικών.  Η  απόφαση είναι αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη  την έκθεση του συμβουλίου των εφετών, για την οποία γίνεται λόγος στην  επόμενη παράγραφο, τις σχετικές με αυτούς εκθέσεις  των  προέδρων  και  επιθεωρητών,   όπως   και  κάθε  στοιχείο  σχετικό  με  το  ήθος,  την  επιστημονική κατάρτιση, την ποιοτική και ποσοτική απόδοση της εργασίας  τους και την επίδοσή τους γενικά»

  

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ

  

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1 

 Οι  πάρεδροι  πρωτοδικείου  των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων  διανύουν δοκιμαστική υπηρεσία,  δέκα μηνών στη διάρκεια της  οποίας  αν  και  δεν  έχουν  αποκτήσει  ακόμη  την  ιδιότητα  του  τακτικού  δικαστικού  λειτουργού, την οποία αποκτούν με το διορισμό και την  ορκωμοσία  τους  ως  πρωτοδικών,  έχουν  τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του τακτικού  δικαστικού λειτουργού

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ  5 

Μετά τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας  δέκα μηνών το  Ανώτατο Δικαστικό  Συμβούλιο  Διοικητικής  Δικαιοσύνης, αποφασίζει, ύστερα από  ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, για  το  διορισμό  των  παρέδρων  σε  θέσεις  πρωτοδικών.  Η  απόφαση είναι αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη  την έκθεση του συμβουλίου των εφετών, για την οποία γίνεται λόγος στην  επόμενη παράγραφο, τις σχετικές με αυτούς εκθέσεις  των  προέδρων  και  επιθεωρητών,   όπως   και  κάθε  στοιχείο  σχετικό  με  το  ήθος,  την  επιστημονική κατάρτιση, την ποιοτική και ποσοτική απόδοση της εργασίας  τους και την επίδοσή τους γενικά».

  Στη παράγραφο 5  του άρθρου 65  του ν. 1756/1988 προστίθεται  τελευταίο εδάφιο ως ακολούθως:

 «Αν   η συμπλήρωση του χρόνου δοκιμαστικής υπηρεσίας  παρατείνεται  λόγω  λήψης   από τον  δικαστικό λειτουργό  άδειας λόγω  ασθένειας,  κυήσεως, λοχείας και  ανατροφής τέκνου,  ο   εκ των υστέρων  διορισμός του   σε  θέση  πρωτοδίκη  ενεργεί  αναδρομικώς  ως προς τον καθορισμό  της  κατά το άρθρο 54 σειράς αρχαιότητας  και  ο δικαστικός λειτουργός αναγράφεται  στους συντασσόμενους  από το Υπουργείο  Δικαιοσύνης πίνακες  αρχαιότητας  με την σειρά που  κατείχε  κατά την αποφοίτησή του  από την  Εθνική Σχολή Δικαστών».

  

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ -ΛΟΓΟΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ

  -Έχει πολλές φορές επισημανθεί η ανακολουθία-αντίφαση που υφίσταται ως προς το χρόνο δοκιμαστικής υπηρεσίας των παρέδρων , μεταξύ των προβλεπόμενων στο άρθρο 65 του ΚΟΔΚΔΚ  ( 2 χρόνια ) και του άρθρου 31 του ν.3689/2008 περί της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών. ( 10 μήνες).  

-Με  αφορμή  απόφαση   του  Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου  Διοικητικής Δικαιοσύνης  με την οποία αναβλήθηκε   η προαγωγή παρέδρων  με την αιτιολογία ότι   λόγω  άδειας  τοκετού  και λοχείας  δεν ειχαν συμπληρώσει  τον προβλεπόμενο χρόνο  δοκιμαστικής υπηρεσίας  (10 μηνών) που προβλέπεται στο άρθρο 31  του ν.  3689/2008, ανέκυψε  το πρόβλημα  του καθορισμού  της σειράς  αρχαιότητας  των εν λόγω παρέδρων  οι οποίοι τοποθετούνται  στην σχετική επετηρίδα  με βάση τον χρόνο προαγωγής τους   Αυτό  έχει ως συνέπεια  να απωλέσουν  την σειρά τους στην επετηρίδα   επειδή  έπρεπε να  πάρουν την άδεια  τοκετού, λοχείας ή και ενδεχομένως  την γονική άδεια  ανατροφής τέκνου .

Τούτο όμως οδηγεί εν τοις πράγμασι σε επιβολή άτυπης ποινής στον γονέα δικαστικό λειτουργό που βρίσκεται σε πρόδηλη αντίθεση με σειρά ρυθμίσεων του ελληνικού Συντάγματος (προστασία μητρότητας, παιδικής ηλικίας) αλλά και με  πλέγμα κοινοτικών ρυθμίσεων που επιτάσσουν την εναρμόνιση της οικογενειακής με την επαγγελματική ζωή.

Προκειμένου να αντιμετωπιστεί  το πρόβλημα αυτό, αλλά και να εναρμονιστεί η διάταξη  του άρθρου 65  του ΚΟΔΚΔΛ  με εκείνη του άρθρου 31  του ν.  3689/2008 προτείνουμε  την νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος ως ανωτέρω.

 

Β.  Υλικοτεχνική Υποδομή. Υποχρεωτικότητα χορήγησης hardware. 

Προτείνεται η προσθήκη διατάξεως στον ΚΟΔΚΔΚ, και συγκεκριμένα η προσθήκη παραγράφου 9 στο άρθρο 43, περί μισθού, με την οποία να προβλέπεται η χορήγηση στους δικαστικούς λειτουργούς υλικοτεχνικής υποδομής (p/c, printer) ανά τακτά χρονικά διαστήματα ως εξής : «Κάθε δικαστικός λειτουργός, που εκδίδει τις αποφάσεις του σε ηλεκτρονική μορφή, έχει αξίωση χορήγησης ηλεκτρονικού υπολογιστή και εκτυπωτή, ανά τέσσερα χρόνια».

 

ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

 

                                        Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                               Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

                                   ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΔΑΚΗ                                          ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΦΑΚΙΤΣΑ

                                   ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ                                                ΠΡΩΤΟΔΙΚΗΣ