• slide3
  • slide1
  • slide
  • slide2

ΕΝΩΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

Λ.Ριανκούρ 85, γρ. 217–218, 2ος όροφος

Αμπελόκηποι–Αθήνα, ΤΚ 115-24

Τηλ 210-6996688 και 210-6980777

FAX: 210-6998848

e-mail : This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Αθήνα 15.7.2013

Αρ.Πρωτ.198

 

 

Προς 

τον Υπουργό  Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κ. Χαράλαμπο Αθανασίου,

Κοινοποίηση : 

Γενικό Γραμματέα, κ. Ν. Κανελλόπουλο

 

  Αξιότιμε Κύριε  Υπουργέ

 Σε συνέχεια της τελευταίας συνάντησης και συζήτησης  που είχαμε  μαζί σας  για θέματα  που αφορούν  τα διοικητικά δικαστήρια  θεωρούμε  σκόπιμο  να  σας θέσουμε  υπόψη   και  εγγράφως  τα παρακάτω  

1.-Επί του προσχεδίου Νόμου «ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟ  ΤΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ».

Με το προσχέδιο αυτό επιχειρείται ένα γενικευμένο  σύστημα υποχρεωτικής  ενδικοφανούς διαδικασίας που στοχεύει  στην επίλυση  διοικητικών διαφορών  στο επίπεδο της Διοίκησης  προκειμένου να   αποσυμφορηθούν τα διοικητικά δικαστήρια  από τον όγκο των  εισερχομένων υποθέσεων .

Επισημαίνουμε  τα εξής : 

Α. Στο προσχέδιο αυτό  οι Διοικητικοί Δικαστές  εξέφρασαν την πλήρη αντίθεσή τους κατά την τελευταία έκτακτη Γενική συνέλευση της .

Β.-Στη χώρα μας η παραγωγή διοικητικών διαφορών και η  συνακόλουθη  συμφόρηση  των διοικητικών δικαστηρίων  από υποθέσεις οφείλεται  κατ΄αρχήν α) στις μόνιμες παθογένειες  και   αναποτελεσματικότητα  του  Διοικητικού Μηχανισμού (έλλειψη, κατάρτισης, εξειδίκευσης,  αξιοπιστίας,  μηχανισμών βελτίωσης  των δεξιοτήτων,  διάθεσης  της Δημόσιας Διοίκησης να  δώσει  τις κατά νόμο αποτελεσματικές  λύσεις  στα προβλήματα των πολιτών συμμορφούμενη με δικαστικές αποφάσεις) β) στη ανορθολογική πολυνομία (ασάφειες, επικαλύψεις αρμοδιότητας, διάχυση και σύγχυση ευθυνών, πολυδιάσπαση αντικειμένου δράσης,  τυπολατρία,). και γ) στην επιλογή του Δημοσίου να ασκεί δημοσιονομική πολιτική μέσω των δικών, με αποτέλεσμα την χρόνια ανακύκλωση  των ίδιων υποθέσεων  που συντελεί στον επί πλέον φόρτο των δικαστηρίων.  Όλα αυτά οδηγούν σε  διαφορές προς επίλυση  ενώπιον των δικαστηρίων. Κατά  συνέπειαν  σε  μια χώρα όπως η δική μας, η επιχειρούμενη με το προσχέδιο αυτό  οργάνωση  ενός,   μεγαλεπήβολου, δαπανηρού  για τα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα  μας  συστήματος είναι βέβαιο ότι θα θέσει εκτός εφαρμογής την λογική του προσχεδίου αυτού,  κυρίαρχο στοιχείο αποτελεσματικότητας του οποίου συνδέεται  με   ενέργειες της  εκδούσας την πράξη  αρχής , όπως π.χ. η υποχρέωσή  της  να στέλνει  στις επιτροπές  τα στοιχεία της υπόθεσης  και τις σχετικές απόψεις της   επί των λόγων της  ενδικοφανούς προσφυγής, χωρίς τα οποία  η επιτροπή δεν μπορεί να αποφασίσει.  Αψευδής μάρτυρας  η συνεχής αναβολή  εκδίκασης των υποθέσεων από τα δικαστήρια  σε ποσοστό 80%  λόγω μη προσκόμισης  των στοιχείων  του φακέλου και των απόψεων της Διοίκησης, παρά  τις  προβλεπόμενες  πειθαρχικές  κυρώσεις  και την κατά καιρούς  ενεργοποίησή τους από προέδρους των δικαστηρίων. Επομένως, κατά την άποψή μας  η αποτελεσματικότητα του θεσμού  και η συνακόλουθη αποσυμφόρηση  των διοικητικών δικαστηρίων  δεν εξαρτάται τόσο  από νομικά δεσμευτικές διατάξεις,  όσο από την  δυνατότητα και διάθεση της Διοίκησης  να συμβάλλει  σ΄ αυτό,  οι οποίες  απουσιάζουν  στην χώρα μας. 

Συνεπώς θα ήταν σκόπιμο  να στραφούν οι προσπάθειες α) στην  βελτίωση της λειτουργίας  της ίδιας της Διοίκησης , αφού αυτή αποτελεί την πρώτη ύλη  του δικαστικού έργου  και προκαλεί τη συμφόρηση των δικαστηρίων β) στην οργάνωση  της λειτουργίας των  δικαστηρίων, για την οποία, σε αντίθεση  με  εκείνη  του προσχεδίου  για τις διοικητικές επιτροπές, η διάθεση κονδυλίων  είναι απαγορευτική.  Δεν θα αναφερθούμε  στα  ζητήματα που αφορούν στο ανθρώπινο δυναμικό, τις υλικοτεχνικές υποδομές και τις οργανωτικές ατέλειες, προβλήματα  που σας  είναι  γνωστά, γ) στην  πιλοτική εφαρμογή ενδεχομένως   ενός  απλούστερου και οικονομικότερου  συστήματος  ενδικοφανούς διαδικασίας  αποκλειστικώς στις φορολογικές υποθέσεις, δ)  στη  μέσω δικονομικών διαδικασιών  αποσυμφόρηση των δικαστηρίων  από υποθέσεις  μικρού αντικειμένου  με την διαμεσολάβηση  των ίδιων  των δικαστών .

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΡΟΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ 

1.-Δεν θεωρούμε  σκόπιμη  την  ενοποίηση  του νομικού καθεστώτος των ενδικοφανών  προσφυγών . Οι υποθέσεις διαφέρουν ως προς τη φύση τους, τα θιγόμενα δικαιώματα και, ιδίως, ως προς την περιπλοκότητα των πραγματικών ή νομικών ζητημάτων που θέτουν. 

2.- Το βασικό πρόβλημα του σχεδίου έγκειται στην εγκαθίδρυση μιας νέας κατηγορίας διοικητικών οργάνων, τα οποία θα λειτουργούν παράλληλα προς την υφιστάμενη διοικητική ιεραρχική δομή αλλά και προς τα διοικητικά δικαστήρια και θα ασκούν οιονεί δικαιοδοτικό έργο. Συστήνονται 57 νέα συλλογικά όργανα τα οποία στελεχώνονται από μέλη πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με ιδιαίτερες αποδοχές και προβλέπονται περίπλοκες προϋποθέσεις και διαδικασίες επιλογής των μελών αυτών καθώς και διεξοδικοί κανόνες λειτουργίας, που παρεκκλίνουν από αυτούς των άρθρων 7 και 13-15 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Η προσέγγιση αυτή, δηλαδή η δημιουργία νέων, ιδιαίτερων διοικητικών δομών, είναι αντίθετη προς την τάση περιορισμού της Δημόσιας Διοίκησης, απλούστευσης των διαδικασιών και περιστολής των δημοσίων δαπανών. Αν ληφθεί υπόψη  ότι ακόμη δεν έχει λειτουργήσει πλήρως το σύστημα του Ελεγκτή Νομιμότητας που προβλέπει ο Νόμος 3852/2010, Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης-Πρόγραμμα Καλλικράτης ανακύπτει το ερώτημα των παρεχομένων εχέγγυων για την αποτελεσματική λειτουργία της αυτοτελούς υπηρεσίας ενδικοφανών προσφυγών, δηλαδή ενός νέου σχήματος ακόμη πιο περίπλοκου, δαπανηρού και δυσκίνητου. Περαιτέρω, η προσέγγιση που υιοθετεί το υπό εξέταση σχέδιο νόμου διαφέρει ουσιωδώς από τους προσανατολισμούς που ακολουθούν οι πρόσφατες νομοθετικές εξελίξεις τόσο στη Γερμανία όσο και στη Γαλλία

Στο γερμανικό διοικητικό δικονομικό δίκαιο, τα αρμόδια για την «εκδίκαση» των προσφυγών αυτών όργανα είναι εντεταγμένα στην υπάρχουσα διοικητική ιεραρχία.  Ειδικότερα: Η προσφυγή ασκείται ενώπιον του οργάνου που εξέδωσε την πράξη.  Εάν το όργανο αυτό κρίνει ότι η προσφυγή είναι βάσιμη, την κάνει δεκτή και αποφαίνεται επί των εξόδων της διαδικασίας (άρθρο 72 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, στο εξής: VwGO). Το όργανο αυτό ασκεί πλήρη έλεγχο νομιμότητας και σκοπιμότητας και λαμβάνει υπόψη νέα πραγματικά ή νομικά στοιχεία. Μπορεί να ακυρώσει ή να τροποποιήσει την προσβαλλόμενη πράξη. Εάν η αρχή που εξέδωσε την πράξη δεχθεί εν όλω την υποχρεωτική προσφυγή εκδίδει σχετική απόφαση και η υπόθεση ολοκληρώνεται στο στάδιο αυτό. Εάν δεχθεί εν μέρει την προσφυγή ή εάν την απορρίψει, παραπέμπει η ίδια την υπόθεση στη δευτεροβάθμια αρχή η οποία είναι, κατά το άρθρο 73 Ι του VwGO, η αμέσως ανώτερη αρχή. Υπάρχουν ειδικές ρυθμίσεις για τον καθορισμό της εκάστοτε αρμόδιας δευτεροβάθμιας αρχής, λόγω της ομοσπονδιακής διάρθρωσης του κράτους, αλλά οι αρχές αυτές είναι ενταγμένες στη διοικητική ιεραρχία και όχι ανεξάρτητες αρχές. Εάν η αμέσως ανώτερη αρχή τυγχάνει να είναι μια ανώτατη ομοσπονδιακή ή ομόσπονδη αρχή, τότε την τελική απόφαση επί της υποχρεωτικής προσφυγής εκδίδει η ίδια η αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, δηλαδή η ενδικοφανής διαδικασία ολοκληρώνεται σε ένα στάδιο. Οι σχετικές διατάξεις προβλέπουν πλήρεις διαδικαστικές εγγυήσεις –δικαίωμα ενημέρωσης, πρόσβασης στον φάκελο, προηγούμενης ακρόασης, υποχρέωση αιτιολογίας, γενικό και αυτόθροο ανασταλτικό αποτέλεσμα (άρθρο 80 του VwGO)– και ανώτατη προθεσμία 3 μηνών για την έκδοση της απόφασης επί της προσφυγής. 

Προσβάλλεται δικαστικά η τελική απόφαση επί της διοικητικής προσφυγής. Σε περίπτωση παράλειψης άσκησης της διοικητικής προσφυγής, ο δικαστής αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση ούτως ώστε να θεραπευθεί το σχετικό ελάττωμα

Εν τούτοις, στα πλαίσια εκσυγχρονισμού της Διοίκησης, καταπολέμησης της γραφειοκρατίας, περικοπής των δημόσιων δαπανών και δημιουργίας ενός ευέλικτου κράτους συζητείται σοβαρά το ενδεχόμενο άρσης του υποχρεωτικού χαρακτήρα της διοικητικής προσφυγής. Οι υποστηρικτές της κατάργησης της προσφυγής αυτής εστιάζουν στα προβλήματα της λειτουργίας του θεσμού στην πράξη, στο ότι δηλαδή, σε πολλές περιπτώσεις, έχει καταντήσει ένα γραφειοκρατικό ανάχωμα στην άμεση πρόσβαση στη δικαιοσύνη (ιδίως στις περιπτώσεις δέσμιας αρμοδιότητας ή όταν υπάρχει σχετική νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων την οποία ακολουθεί συναφώς η Διοίκηση). Έτσι, τα  ομόσπονδα κράτη Nordrhein-Westfalen, Βayern, Niedersachsen, Hessen, Sachsen, Sachsen-Anhalt προχώρησαν σε ολική ή, συνηθέστερα, μερική κατάργηση της διαδικασίας αυτής, με το σκεπτικό ότι η καθιέρωση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης στο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και η οργάνωση ενός πλήρους και χωρίς κενά συστήματος δικαστικής προστασίας καθιστά περιττή τη διοικητική προσφυγή. Άλλα ομόσπονδα κράτη προέβησαν σε λιγότερο δραστικά μέτρα, όπως η άρση του υποχρεωτικού χαρακτήρα της προσφυγής σε ορισμένες κατηγορίες διαφορών ή η παράλειψή της κατόπιν συμφωνίας του ενδιαφερομένου με την αρμόδια διοικητική αρχή. Σε κάθε περίπτωση, η γερμανική θεωρία τονίζει ότι η υποχρεωτική προσφυγή δεν μπορεί να δικαιολογήσει απομείωση της πυκνότητας του δικαστικού ελέγχου.

Στη Γαλλία, όπου το σύστημα των υποχρεωτικών διοικητικών προσφυγών είναι παρεμφερές προς το ελληνικό (υπάρχουν περίπου 150 είδη υποχρεωτικών διοικητικών προσφυγών), γίνονται δεκτά τα εξής: σε μελέτη του έτους 2008, την οποία συνέταξε κατόπιν σχετικού αιτήματος του πρωθυπουργού, το αρμόδιο τμήμα του Conseil d’Etat προέβη σε σημαντικές διαπιστώσεις όσον αφορά το ισχύον καθεστώς των υποχρεωτικών διοικητικών προσφυγών και διατύπωσε ενδιαφέρουσες προτάσεις για τις δυνατότητες ανάπτυξης και βέλτιστης αξιοποίησής τους . Το πρώτο γενικό συμπέρασμα της ως άνω μελέτης είναι ότι δεν θα πρέπει να γενικευθεί η ενδικοφανής προσφυγή για δύο λόγους: 1) Υπάρχουν τομείς διοικητικής δράσης στους οποίους δεν ενδείκνυται η πρόβλεψή της (ιδίως σύνθετες διοικητικές ενέργειες, οπότε η υπόθεση έχει ήδη διέλθει πλείονα στάδια εξέτασης μέχρι την έκδοση της πράξης, με συνέπεια να μην ενδείκνυται η εκ νέου απασχόληση της διοίκησης με τα ίδια ζητήματα). 2) Απαιτούνται μεγάλες δαπάνες για τη σύσταση των αρμοδίων οργάνων και την προσήκουσα στελέχωσή τους, τις οποίες δεν μπορεί να καλύψει η χώρα. Αντίθετα, προτείνεται η ενίσχυση του υφισταμένου συστήματος υποχρεωτικών διοικητικών προσφυγών, στο πλαίσιο των νυν αρμοδίων οργάνων για την «εκδίκαση» των προσφυγών, με τη βελτίωση ορισμένων σημείων της διαδικασίας: προφορική διαδικασία, εκατέρωθεν ακρόαση, αιτιολογία των αποφάσεων και αποφυγή των σιωπηρών απορρίψεων κατά την εξέταση των προσφυγών και αποκρούεται η υιοθέτηση  γενικευμένου σχήματος όπως  το προτεινόμενο ελληνικό . Σημειώνεται ότι αρμόδια όργανα είναι, κατά κανόνα, είτε η ίδια η αρχή που εξέδωσε την αρχική πράξη (οπότε η υποχρεωτική προσφυγή προσομοιάζει στην αίτηση θεραπείας) είτε η ιεραρχικά προϊσταμένη αρχή (οπότε η ενδικοφανής διαδικασία προσομοιάζει στην ιεραρχική προσφυγή) είτε κάποια από τις δύο ανωτέρω αρχές, που αποφαίνεται κατόπιν γνώμης ενός συλλογικού οργάνου είτε, σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα συλλογικό αποφασιστικό όργανο το οποίο δεν συνδέεται με ιεραρχική σχέση με το όργανο που εξέδωσε την πράξη.

3. Συνιστάται επίσης να αποφευχθεί η «δικαστικοποίηση» των ενδικοφανών προσφυγών, δηλαδή η πρόβλεψη αυστηρών διαδικαστικών τύπων, οι οποίοι μπορούν εύκολα να προκαλέσουν σύγχυση στους διοικουμένους και να καταλήξουν, σε περίπτωση μη τήρησής τους, σε ακυρότητα της διαδικασίας. Για την αποτελεσματικότητα του θεσμού, ενδείκνυται η διατήρηση της ελαστικότητας και της ευελιξίας των σχετικών διοικητικών διαδικασιών. Ιδιαίτερα ανελαστική είναι η ρύθμιση της παραγράφου 10 του άρθρου 13 του υπό εξέταση σχεδίου νόμου, που προβλέπει την ταυτότητα αντικειμένου της ενδικοφανούς προσφυγής και του μεταγενέστερου ενδίκου βοηθήματος. Ειδικότερα, ορίζεται ότι «οι λόγοι που περιέχονται στο ένδικο βοήθημα που ασκείται κατά των πράξεων της Επιτροπής, δεν επιτρέπεται, με ποινή το απαράδεκτο, να είναι διαφορετικοί από τις αιτιάσεις της ενδικοφανούς προσφυγής, εκτός αν αναφέρονται σε αυτοτελείς πλημμέλειες της απόφασης της Επιτροπής». Πρόκειται για ιδιαίτερα αυστηρό κανόνα, καθόσον αναγκάζει τον διοικούμενο, φοβούμενο το ενδεχόμενο οριστικού καθορισμού της έκτασης της διαφοράς κατά το προ της άσκησης της προσφυγής ουσίας διοικητικό στάδιο, να προσφεύγει, ήδη κατά το στάδιο αυτό, σε δικηγόρο, καθιστώντας περισσότερο δυσκίνητη την εν λόγω διοικητική διαδικασία, της οποίας ο σκοπός δεν είναι η προετοιμασία της προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου αλλά η αποφυγή της, και «υπονομεύοντας» έτσι τη σχέση μεταξύ διοικητικού οργάνου και διοικουμένου. Περαιτέρω, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ο κανόνας της ταυτότητας αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 6 και 13 της ΕΣΔΑ και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, δηλαδή οδηγεί σε απομείωση της δικαστικής προστασίας, καθόσον ο δικηγόρος που εκπροσωπεί τον προσφεύγοντα κατά τη δίκη, πλην όμως δεν παρέστη κατά την ενδικοφανή διαδικασία, στερείται της δυνατότητας να προβάλει ενώπιον του δικαστηρίου ισχυρισμούς οι οποίοι θα μπορούσαν να έχουν αποφασιστική σημασία για την έκβαση της διαφοράς, για τον λόγο ότι ο ίδιος ο προσφεύγων, στερούμενος νομικών γνώσεων, δεν σκέφθηκε να τους επικαλεστεί κατά την ενδικοφανή διαδικασία. Η εξωδικαστική διευθέτηση της διαφοράς καταλήγει, δηλαδή, να λειτουργεί ως δικονομική παγίδα για τον διοικούμενο. Γενίκευση του κανόνα της ταυτότητας σε όλες τις ενδικοφανείς προσφυγές «δικαστικοποιεί» τη σχετική διαδικασία, η οποία χάνει τον χαρακτήρα μιας ευέλικτης και φιλικής προς τον διοικούμενο δυνατότητας εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς. Αντίθετη στον κανόνα της αποκρυστάλλωσης της διαφοράς ήδη από το στάδιο της ενδικοφανούς διαδικασίας είναι και η προαναφερθείσα μελέτη του γαλλικού Conseil d’Etat .

4.-Προβληματική είναι  η ρύθμιση των ενδικοφανών προσφυγών επί φορολογικών διαφορών. Θεσπίζεται δεύτερο στάδιο ενδικοφανούς διαδικασίας, αφού διατηρείται σε ισχύ η ενδικοφανής προσφυγή του άρθρου 70 Β του Ν. 2238/1994, όπως τροποποιήθηκε με τον πρόσφατο Ν 4152/2013 (ΦΕΚ Α΄ 107, με αποτέλεσμα  την  επιμήκυνση  της διαδικασίας   στη Διοίκηση,   την καθυστέρηση οριστικής επίλυσης  της διαφοράς αλλά και της είσπραξης δημοσίων εσόδων. Σημειώνεται ότι στη Γαλλία, οι ενδικοφανείς φορολογικές προσφυγές, οι πλέον αποτελεσματικές μεταξύ των εκεί προβλεπομένων, ασκούνται ενώπιον των ιεραρχικών προϊσταμένων των φορολογικών οργάνων που εκδίδουν τις προσβαλλόμενες πράξεις.

5.-Τέλος, η πρόβλεψη παραβόλου 60 ευρώ για την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής συνιστά περαιτέρω παράγοντα δικαστικοποίησής της και επιβάρυνσης  του φορολογουμένου με διπλά παράβολα  σε περίπτωση  άσκησης ενδίκου βοηθήματος  

6.-Συνοψίζοντας, διαπιστώνεται ότι υπάρχει έντονος προβληματισμός τόσο στη Γερμανία όσο και στη Γαλλία για τον ρόλο και τη διαμόρφωση των ενδικοφανών προσφυγών, προκειμένου αυτές να λειτουργήσουν αποτελεσματικά. Και στις δύο έννομες τάξεις, πάντως, επιδιώκεται η βελτίωση του υφισταμένου συστήματος με την ενίσχυση, κυρίως στη Γαλλία, των διαδικαστικών εγγυήσεων υπέρ των διοικουμένων. Αυτό που τονίζουν οι συγγραφείς είναι ότι τα νομοθετικά μέσα βελτίωσης στον τομέα αυτόν δεν είναι ανεξάντλητα και ότι η αποτελεσματικότητα των ενδικοφανών προσφυγών δεν εξαρτάται τόσο από τη θέσπιση νομικώς δεσμευτικών κανόνων όσο από τη διάθεση των διοικητικών αρχών να επανεξετάσουν πλήρως την υπόθεση, προκειμένου να καταλήξουν σε φιλικό διακανονισμό της διαφοράς, αντί να αφήσουν να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία απόφανσης για να στοιχειοθετηθεί σιωπηρή απόρριψη της προσφυγής χωρίς νέα κρίση. 

Πάντως, δεν υπάρχει τάση γενίκευσης της ενδικοφανούς προσφυγής ούτε στη Γαλλία, όπου προτείνεται η διατήρησή της μόνο στους τομείς στους οποίους έχει λειτουργήσει με επιτυχία και η κατάργησή της στα πεδία όπου ο θεσμός απέτυχε, ούτε στη Γερμανία, όπου αρκετά ομόσπονδα κράτη έχουν προβεί σε περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της, μερικά δε και σε πλήρη κατάργησή της. Τέλος και στις δύο ως άνω έννομες τάξεις, αρμοδιότητα για την «εκδίκαση» των προσφυγών έχουν, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων στην Γαλλία, τα διοικητικά όργανα που εκδίδουν τις προσβαλλόμενες πράξεις και όχι ιδιαίτερη κατηγορία οργάνων. 

Η πρόβλεψη, στο υπό εξέταση σχέδιο νόμου, ειδικής κατηγορίας οργάνων, αρμοδίων αποκλειστικώς για την εξέταση των ενδικοφανών προσφυγών, τα οποία παρεμβάλλονται μεταξύ «ενεργού» διοίκησης και διοικητικών δικαστηρίων και φαίνεται να έχουν οιονεί δικαιοδοτικές αρμοδιότητες, αφενός, καθιστά τη διοικητική διαδικασία περίπλοκη, δυσκίνητη, χρονοβόρα και δαπανηρή, αφετέρου, απομακρύνει τον διοικούμενο από τον φυσικό δικαστή του. Επιπλέον, η πρόβλεψη νέων διοικητικών δομών ουδόλως συνάδει με την επιτακτική ανάγκη περιστολής των δημοσίων δαπανών.

(…)

ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

 

                                             Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                            Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

                                         ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΔΑΚΗ                                        ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΦΑΚΙΤΣΑ

                                        ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ                                             ΠΡΩΤΟΔΙΚΗΣ