• slide3
  • slide
  • slide2
  • slide1

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Πανελλήνιο Συνέδριο Λάρισας 7-8/10/2016

Μήνυμα

Του Διοικητικού Συμβουλίου 

Της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας

 

Προς την εκδήλωση των Δικαστικών Ενώσεων 

της 30ής Οκτωβρίου 2014

 

Κυρίες και Κύριοι συνάδελφοι,

               Τη στιγμή αυτή συνεδριάζει η γενική συνέλευση της Ενώσεώς μας, στην οποία κάνουμε τον απολογισμό της θητείας μας που λήγει. Ως εκ τούτου, επιτρέψτε μας μια σκέψη μόνο, από  μακριά τη φορά αυτή, την πρώτη που δεν μας βρίσκει μαζί τα δυο τελευταία χρόνια των κοινών μας αγώνων. Η σκέψη αυτή δεν αποτελεί παρά ένα απόσταγμα των εμπειριών μας όλον αυτό τον καιρό. Τα γεγονότα, άλλωστε, τα ίδια, λίγο πολύ γνωστά, θα φωτιστούν και σήμερα στην αίθουσά σας από  άξιους ομιλητές.

               Το διάστημα που μας πέρασε προσπαθήσαμε να καταστήσουμε σαφές ότι η ανεξαρτησία τής Δικαιοσύνης, κατά το Σύνταγμα, δεν εξαντλείται σε βερμπαλιστικές ηθικολογίες, αλλά συνιστά πλέγμα συγκεκριμένων θεσμικών εγγυήσεων, παρεχομένων για την καλλιέργεια των συνθηκών εκείνων και των ανθρώπινων τύπων που προσφέρονται για την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου. Έργου, που δεν αποτελεί μηχανιστική διεκπεραίωση φακέλων, αλλά λειτούργημα υψηλής ευθύνης, επιτελούμενο υπό διαρκή πνευματική εγρήγορση. Και προσπαθήσαμε ακόμη να αναδείξουμε τη ζωτική σημασία της ύπαρξης ανεξάρτητης δικαιοσύνης, τόσο για τους θεσμούς, τα δικαιώματα των πολιτών και τη δημοκρατία, όσο και για την ανάκαμψη από την οικονομική κρίση. Στις βάσεις αυτές στηρίξαμε το δικαίωμα και συνάμα την υποχρέωσή μας να μη δεχθούμε την υποβάθμιση των συνθηκών της ζωής και της εργασίας μας σε σημείο τέτοιο που να διακυβεύεται άμεσα η δυνατότητα να ανταποκριθούμε στα καθήκοντά μας. Και μάλιστα, με νομοθετήματα που δεν δείχνουν να αντιλαμβάνονται, ούτε στοιχειωδώς, τις συνέπειες αυτές των ρυθμίσεών τους. Στην ίδια βάση θεμελίωσε τις αποφάσεις του και το αρμόδιο Δικαστήριο, κατά πλειοψηφία από μη δικαστές, στο οποίο προσφύγαμε, όπως προβλέπει το Σύνταγμα, μόνον όταν οι περικοπές των αποδοχών μας ξεπέρασαν το πιο πάνω όριο, και το οποίο έκρινε για το λόγο αυτό τις σχετικές ρυθμίσεις αντισυνταγματικές. Τόσο κατά τη φάση πριν όσο και μετά τη δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων, αλλά και ανεξάρτητα από αυτές, ακούγοντας το δημόσιο λόγο, από τα πιο επίσημα χείλη μέχρι τα ανώνυμα σχόλια στα blogs, διαβουλευόμενοι με τους πολιτικούς αλλά και συζητώντας με γνωστούς και φίλους, αποκομίσαμε μια συνολική εντύπωση που φαίνεται να μην ταιριάζει πάντοτε με τις πιο πάνω, αυτονόητες για μας, αντιλήψεις για τη Δικαιοσύνη: Από τη μια η Εκτελεστική Εξουσία, και όταν «συμμορφώνεται» με τις αντιλήψεις αυτές και τις δικαστικές αποφάσεις που τις εκφράζουν, το κάνει συχνά βαρυγκομώντας, με καθυστέρηση, χωρίς τα αντανακλαστικά του Κράτους Δικαίου, γιατί αναγκάζεται από την πίεση των περιστάσεων. Κι όταν πάλι το μπορεί, τις αγνοεί προκλητικά, αθετώντας ακόμη και τις ίδιες τις συμφωνίες της, είτε απροσχημάτιστα είτε με προφάσεις και τεχνάσματα που δεν προσιδιάζουν στο ήθος και την ευπρέπεια, αν μη τι άλλο, ενός έντιμου συναλλασσόμενου.  Κι όταν, τέλος, ασκεί κριτική στις σχετικές αποφάσεις, το κάνει συνήθως με εντυπωσιακή προχειρότητα, δίχως σοβαρά επιχειρήματα, με το στερεότυπο της ασκήσεως δήθεν ανεπίτρεπτης οικονομικής πολιτικής από τα δικαστήρια, ξεχνώντας ότι η οικονομική πολιτική έχει συνταγματικά όρια, ο έλεγχος των οποίων συνιστά θεμελιώδες συνταγματικό καθήκον των δικαστηρίων. Κι από την άλλη, το κοινωνικό σώμα, συχνά και σε χώρους με κατά τεκμήριο υψηλό επίπεδο συγκρότησης, εμφανίζεται όχι λίγες φορές απληροφόρητο ή παραπληροφορημένο, να εκφέρει ένα λόγο εμπαθή και σπασμωδικό, περί «αδικαιολόγητων δικαστικών προνομίων» έναντι των δυσλειτουργιών και των καθυστερήσεων της Δικαιοσύνης, αγνοώντας – αλλά και αρνούμενο να εμβαθύνει- στην πραγματική φύση και το σκοπό των δήθεν προνομίων και στα πραγματικά αίτια των δυσλειτουργιών.  

               Υπό τα δεδομένα όμως αυτά, εν όψει και των γενικότερων αντιλήψεων και των ρυθμών της  εποχής, εκείνο που λαμβάνουμε ως αυτονόητη αφετηρία, ίσως θα έπρεπε να τεθεί ως προέχον ερώτημα: Είναι τελικά στον τόπο και το χρόνο αυτό πραγματικά επιθυμητή η Δικαιοσύνη?   

               Κλείνοντας με αυτό, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κι αφού ευχηθούμε καλή επιτυχία στις εργασίες σας, επιτρέψτε μας να εκφράσουμε και δημόσια την εκτίμηση και την αγάπη μας στους φίλους και τις φίλες των διοικητικών συμβουλίων όλων των Ενώσεων, και να τους ευχαριστήσουμε για την καλή, καθημερινή σχεδόν, συντροφιά τους όλη αυτή τη δύσκολη διετία.   

Για το Διοικητικό Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Ι.Β.Γράβαρης