• slide3
  • slide2
  • slide1
  • slide

ΕΝΩΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

Λ.Ριανκούρ 85, γρ. 217–218, 2ος όροφος

Αμπελόκηποι–Αθήνα, ΤΚ 115-24

Τηλ 210-6996688 και 210-6980777

FAX: 210-6998848

e-mail : This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Αρ. πρωτ. 97

Αθήνα 20-10-2014

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ (προς) : Το σύνολο των διοικητικών δικαστών.

Οι Προϊστάμενοι και οι Πρόεδροι των Τριμελών Συμβουλίων Διοίκησης των διοικητικών δικαστηρίων

 Θέσεις της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών επί των σκοπούμενων γενικευμένων τροποποιήσεων των Κανονισμών Εσωτερικής Υπηρεσίας των διοικητικών δικαστηρίων.

Με αφορμή την κατάργηση των μεταβατικών εδρών διά του ν. 4274/2014 αναμένεται  εκδήλωση πρωτοβουλίας από την Γενική Επιτροπεία των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, ή και οίκοθεν εκ μέρους των διοικήσεων των οικείων πρωτοδικείων, προς τροποποίηση πλείστων, καίριων ρυθμίσεων των Κανονισμών Εσωτερικής Υπηρεσίας, και δη  επί  αντικειμένων που ουδεμία σχέση έχουν με την ανωτέρω κατάργηση. 

 Ωστόσο, ενόψει της δυσμενέστατης εξέλιξης της νομολογίας της διοικητικής Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας (αποφ. 2, 3 και 6/2014), σύμφωνα με την οποία το ανώτατο Δικαστήριο διαθέτει άμεση εν τοις πράγμασι (ήτοι χωρίς ουσιαστική λήψη υπόψη των θέσεων της κάθε ολομέλειας), και απόλυτη, ως προς το περιεχόμενο, εξουσία διαμόρφωσης των οικείων Κανονισμών, η Ένωση οφείλει, καταρχάς, να επιστήσει την προσοχή των ολομελειών όλων των δικαστηρίων ως προς τη φειδώ  με την οποία οφείλουν να επιχειρούν  τροποποιήσεις  των υφιστάμενων Κανονισμών, και μόνο στην περίπτωση που αυτό είναι εντελώς απαραίτητο για τη λειτουργία του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, δεδομένου ότι η Ένωση καλείται εκ του νόμου ( άρθρο 17 παρ. 6 του Ν.1756/1988, Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ.) να παραστεί και να εκφράσει τις θέσεις της επί σκοπούμενων τροποποιήσεων των Κανονισμών,  κρίνεται σκόπιμο να ενημερωθούν εγκαίρως  όλοι οι συνάδελφοι επί των  θέσεων της επί των ζητημάτων που αναμένεται να αποτελέσουν, άμεσα ή σε απώτερο χρόνο (όταν ίσως οι συνθήκες κριθούν πιο «πρόσφορες»),  αντικείμενο τροποποιήσεως.

Α. Δεν συντρέχει νομική αναγκαιότητα τροποποίησης των Κανον.Εσωτερ.Υπηρ. συνεπεία και μόνο της διά νόμου κατάργησης των μεταβατικών εδρών. 

Στο άρθρο 39 του νόμου 4247/2014 (Α΄147) ορίστηκε ότι «1. Καταργούνται οι κατωτέρω αναφερόμενες μεταβατικές έδρες των διοικητικών πρωτοδικείων α. Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών: Μεταβατική έδρα Ελευσίνας.β. Διοικητικό Πρωτοδικείο Βέροιας: Μεταβατικές έδρες Έδεσσας, Γιαννιτσών και Νάουσας. γ. Διοικητικό Πρωτοδικείο Ηρακλείου: Μεταβατική έδρα Νεάπολης.δ. Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης: Μεταβατικές έδρες Κιλκίς και Πολυγύρου.ε. Διοικητικό Πρωτοδικείο Καβάλας: Μεταβατική έδρα Δράμας. στ. Διοικητικό Πρωτοδικείο Κοζάνης: Μεταβατική έδρα Γρεβενών.ζ. Διοικητικό Πρωτοδικείο Λαμίας: Μεταβατική έδρα Καρπενησιού.η. Διοικητικό Πρωτοδικείο Λάρισας: Μεταβατική έδρα Τυρνάβου.θ. Διοικητικό Πρωτοδικείο Λιβαδειάς: Μεταβατικές έδρες Θήβας και Άμφισσας. ι. Διοικητικό Πρωτοδικείο Ναυπλίου: Μεταβατική έδρα Άργους. ια. Διοικητικό Πρωτοδικείο Πάτρας: Μεταβατικές έδρες Αιγίου και Καλαβρύτων.ιβ. Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά: Μεταβατική έδρα Σαλαμίνας.ιγ. Διοικητικό Πρωτοδικείο Πύργου: Μεταβατική έδρα Αμαλιάδας.ιδ. Διοικητικό Πρωτοδικείο Τρικάλων: Μεταβατική έδρα Καρδίτσας.ιε. Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανίων: Μεταβατική έδρα Ρέθυμνου. 2. Υποθέσεις αρμοδιότητας των δικαστηρίων που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, οι οποίες εκκρεμούν προς εκδίκαση στις καταργούμενες μεταβατικές έδρες και για τις οποίες δεν έχει οριστεί δικάσιμος έως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εκδικάζονται στην έδρα των ανωτέρω δικαστηρίων».

 Με τις παραπάνω διατάξεις καταργήθηκαν ρητώς οι παραπάνω μεταβατικές έδρες, και σιωπηρώς οι ειδικότερες προβλέψεις των οικείων Κανονισμών, οι οποίες απλώς εξειδίκευαν τον τρόπο  λειτουργίας των μεταβατικών αυτών εδρών. Εξυπακούεται, δε, ενόψει και της σαφούς προβλέψεως της παρ. 2 του άρθρου 39 του ν.4247/2014 περί εκδίκασης των υποθέσεων των μεταβατικών εδρών στην κύρια έδρα, ότι, και άνευ ρητής καταργήσεως των ειδικών διατάξεων των Κανονισμών, καταλείπεται ισχύουσα η γενική διάταξη που καταλαμβάνει κάθε περίπτωση. 

 

 Β. Στην περίπτωση, όμως, που θεωρηθεί ότι συντρέχει λόγος τροποποίησης Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, υπενθυμίζεται ότι η ακολουθητέα  διαδικασία διαγράφεται από τις διατάξεις του άρθρου 17 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ., που απαιτούν σύγκληση της οικείας ολομέλειας, ορισμό εισηγητή/τριας, παρουσίαση και ψήφιση κάθε μίας εκ των προτεινόμενων τροποποιήσεων, διακεκριμένως, κατόπιν πρόσφορης ενημέρωσης και πραγματικής συζήτησης μεταξύ όλων των δικαστών του κάθε δικαστηρίου. Οι οικείες Ολομέλειες είναι το κυρίαρχο αποφασιστικό όργανο, και,  κατά την εκφρασθείσα θέση της Ενώσεως μας, το μόνο τελικώς αρμόδιο για τη διαμόρφωση του περιεχομένου των Κανονισμών. Επομένως, η διαδικασία δεν είναι τυπική, αλλά σοβαρότατη, με ιδιαίτερη, δε, έμφαση πρέπει να ενημερωθούν οι νεώτεροι συνάδελφοι, που θα εργαστούν για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα υπό τις διαμορφούμενες, νέες εργασιακές συνθήκες. Η δε απόφαση της οικείας ολομέλειας πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο εμπεριστατωμένη, από πλευράς αιτιολογίας, ιδίως όταν απορρίπτει προτεινόμενες τροποποιήσεις.

 

Γ. Μέχρι στιγμής, το ενδιαφέρον του Συμβουλίου της Επικρατείας (αποφ. Διοικ. Ολομ. 10/2012) και της γενικής Επιτροπείας Τ.Δ.Δ. (ενδεικτ. το από 18-1-2013  έγγραφό της προς την Πρόεδρο του Συμβουλίου Διεύθυνσης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών), ως προς τις τροποποιήσεις που είναι σκόπιμο να επέλθουν στους Κανονισμούς, εστιάζεται σε προτάσεις που οδηγούν άμεσα ή έμμεσα σε αύξηση της ετήσιας χρέωσης των δικαστών του κάθε δικαστηρίου. 

Οι προτάσεις αυτές έχουν ήδη λάβει, ενδεικτικώς, τις εξής ειδικότερες μορφές : 

α) ευθεία αύξηση του ανώτατου ορίου χρέωσης.

β) θέση αυτού ως κατώτατου ορίου χρέωσης («τουλάχιστον»).

γ) πρόβλεψη ότι στο εν λόγω όριο δεν συμπεριλαμβάνονται οι αιτήσεις προσωρινής δικαστικής προστασίας ή οι όμοιες υποθέσεις, που δύναται να ανατεθούν, καθ’υπέρβαση, μέχρι και σε ποσοστό 20 έως 40%  επί του εν λόγω ορίου.

δ) αύξηση των περιπτώσεων που οι υποθέσεις θεωρούνται πρωτοείσακτες για την ανάθεσή τους (ιδίως οι αναβεβλημένες λόγω απεργίας ή αποχής παραγόντων της δίκης καθώς και λόγω ασθένειας δικαστή).

Γ. 1. Γενική τοποθέτηση.

Τα ανώτατα  κατά δικαστή όρια χρέωσης  που προβλέπονται στους υφιστάμενους και ήδη λειτουργούντες Κανονισμούς Εσωτερικής Υπηρεσίας, δεν είναι τυχαία νούμερα.  Αποτελούν απόσταγμα της εμπειρίας  επί της πρακτικής δυνατότητας των δικαστών του οικείου βαθμού και δικαστηρίου προς έκδοση αποφάσεων διαφόρων αντικειμένων. Έτσι, είχε παρατηρηθεί ότι ο μέσος πρωτοδίκης μπορεί να εκδίδει κατ΄έτος περί τις 180 αποφάσεις, ο εφέτης περί τις 120, και οι αριθμοί  αυτοί αποτυπώθηκαν στα σχετικά κείμενα ως ανώτατα όρια, ως ελάχιστη προστασία των δικαστικών λειτουργών από τυχόν αυθαιρεσία των προϊσταμένων.  Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε πρωτοβουλία αύξησης των ανώτατων αυτών ορίων, ερειδόμενη αποκλειστικώς στην κάλυψη  υπηρεσιακών αναγκών (αύξηση δικαστηριακής ύλης, ανάγκη συντόμευσης του χρόνου έκδοσης αποφάσεων)  παρίσταται αναιτιολόγητη και δυνάμενη να πλήξει εν δυνάμει την εύρυθμη και ποιοτική απονομή δικαιοσύνης, εάν δεν έχει λάβει υπόψη και αφομοιώσει, με επιστημονικά κριτήρια, το μέγεθος της φέρουσας ικανότητας του μέσου δικαστή ανά οικείο δικαστήριο.

Το μέγεθος αυτό αντικατοπτρίζει τον ανώτατο αριθμό,  κατά  βαθμό δυσκολίας, των υποθέσεων που δύναται να διεκπεραιώνει κατ΄έτος ο μέσος δικαστής σε συγκεκριμένο δικαστήριο, κατά τρόπον ώστε να διατηρείται ικανοποιητικό ποιοτικό επίπεδο στην απόδοσή του (επαρκής νομική και ουσιαστική τεκμηρίωση των αποφάσεών του) αλλά και να μην πλήττεται η υγεία  και η προσωπική του ζωή και ισορροπία. Με δεδομένο ότι μέχρι στιγμής στο νόμο δεν προβλέπεται κάποιο χρονικό όριο, εν είδει ωραρίου, ως προς τη δικαστική εργασία,  μολονότι ο γενικός κανόνας της οκτάωρης (πλην σ/κ) εργασίας ισχύει για όλους τους εργαζομένους σε όλους τους τομείς,  ο προσδιορισμός  του παραπάνω μεγέθους της φέρουσας δικαστικής ικανότητας, επιβάλλεται να διενεργηθεί μέσα από αντιπροσωπευτικούς και σε βάθος χρόνου  ελέγχους και καταμετρήσεις της ακριβούς απόδοσης (ποσοτικής αλλά και ποιοτικής)  των δικαστών ανά δικαστήριο, αλλά και των συνεπειών που ο ήδη ανατιθέμενος όγκος εργασίας επιφέρει στην προσωπική τους κατάσταση (ήτοι το επίπεδο του εργασιακού άγχους αυτών, την κατάσταση της υγείας τους, σωματικής και ψυχολογικής). Η συνδυασμένη επεξεργασία των ευρημάτων επί των παραπάνω  μεγεθών, με επιστημονικές μεθόδους και με συνεργασία πλείστων επιστημών (δεδομένα δικαστικής διοίκησης, ιατρική και ψυχολογία της εργασίας, εργατικό δίκαιο κλπ) μπορεί και μόνο να αποτυπώσει τον βαθμό της φέρουσας δικαστικής ικανότητας, που εν συνεχεία θα τεθεί υπόψιν της ολομέλειας του κάθε δικαστηρίου προς επεξεργασία. 

Ωστόσο, ως γνωστόν, το παραπάνω μέγεθος της φέρουσας δικαστικής ικανότητας ουδέποτε έγινε προσπάθεια να ανιχνευθεί, ούτε με οποιονδήποτε τρόπο διερευνήθηκαν οι συνέπειες της κατά γενική ομολογία υπερφόρτωσης των δικαστών με ύλη που ξεπερνά τα όριά τους. Η θέση, επομένως της Ενώσεώς μας, είναι ότι, ενόσω δεν έχει διενεργηθεί οποιαδήποτε επεξεργασία των παραπάνω παραμέτρων εργασιακής συμπεριφοράς και δυνατότητας των δικαστικών λειτουργών,  δεν  είναι αιτιολογημένη, ως απρόσφορη και εν δυνάμει βλαπτική για την ποιότητα της απονεμόμενης δικαιοσύνης, οποιαδήποτε πρωτοβουλία αύξησης (άμεσης ή έμμεσης) του όγκου της δικαστικής εργασίας. 

Εξάλλου, ιδίως υπό τις υφιστάμενες συνθήκες κατά τις οποίες παρατηρείται α) διαρκής δυσχέρανση του δικαστικού έργου, λόγω των συνεχών θεσμικών μεταρρυθμίσεων, που γεννούν πρωτότυπα  νομικά θέματα, β) της κοινωνικής έντασης που συνοδεύει, ευλόγως, τις αγόμενες προς επίλυση διαφορές, και της εντεύθεν αγωνίας του δικαστή να ανταποκριθεί στα νέα δεδομένα, γ) της αποδόμησης της δημόσιας διοίκησης που εργάζεται αποστελεχωμένη και ανασφαλής, δ) τα δραματικά κενά των δικαστικών υπαλλήλων, ε) της ελάχιστης έως ανύπαρκτης νομολογιακής και επιστημονικής υποστήριξης του δικαστή στο έργο του, ιδίως στα περιφερειακά δικαστήρια, η περαιτέρω διόγκωση της ύλης που ανατίθεται παρίσταται επικίνδυνη για την ορθότητα των αποφάσεων και το κύρος της δικαιοσύνης.  Στην κατά τα παραπάνω δυσχέρανση των υφιστάμενων εργασιακών συνθηκών πρέπει διακεκριμένως και ειδικώς να αναφερθεί ότι οι αλλαγές που συντελέστηκαν με τους ν.3659/2008 και 4055/2012 στον ΚΔΔ και ΚΟΔΚΔΛ αντίστοιχα, αυστηροποίησαν ασφυκτικά το εν ευρεία εννοία πειθαρχικό δίκαιο των δικαστών, προβλέποντας  κυρώσεις στους δικαστικούς λειτουργούς, όταν δεν μπορούν να ανταποκριθούν στην έκδοση των αποφάσεων επί των υποθέσεων που έχουν χρεωθεί βάσει των κανονισμών των δικαστηρίων, σε χρονικό διάστημα καθοριζόμενο κατά την αντίληψη του νομοθέτη, από την εφαρμογή των οποίων και θα προκύψουν ιδιαιτέρως επιβαρυντικές καταστάσεις για όλους μας.  Ειδικότερα στο άρθρο 194 του ΚΔΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 81 παρ.2 του ν.3659/2008, προβλέπεται αφαίρεση δικογραφιών σε περίπτωση «αδικαιολόγητης καθυστέρησης», που θεωρείται το 8μηνο, και σε περίπτωση δικαιολογημένης καθυστέρησης το 10μηνο. Στον ΚΟΔΚΔΛ, προβλέπεται στο άρθρο 43 παρ.3 (όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 90 παρ.1 του ν.4055/2012), περικοπή μισθού σε περίπτωση αδικαιολόγητης καθυστέρησης παράδοσης σχεδίων απόφασης και δικογραφιών που  ανατίθενται για επεξεργασία, στο άρθρο 44 παρ.11 (όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 90 παρ.2 του ν.4055/2012), στέρηση χρήσης ολικά ή μερικά των δικαστικών διακοπών, αν καθυστερείται η παράδοση συγκεκριμένου αριθμού σχεδίων αποφάσεων που έχουν συζητηθεί κλπ, καθώς και υποχρέωση διεκπεραίωσης της εκκρεμότητας πριν την έναρξη του νέου δικαστικού έτους, και στο άρθρο 49 παρ.9 (όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 93 του ν.4055/2012), παράλειψη προαγωγής στον επόμενο βαθμό σε περίπτωση αδικαιολόγητης καθυστέρησης στη δημοσίευση των αποφάσεων, που ως τέτοια θεωρείται όταν αυτές δεν δημοσιεύονται μέσα σε 6 μήνες από τη συζήτηση ή μέσα στις ειδικότερες προθεσμίες που ορίζει ο ΚΔΔ ή άλλοι ειδικοί νόμοι.

Αντιθέτως, δεδομένου ότι για πρώτη φορά φέρονται καλυμμένες οι υφιστάμενες τουλάχιστον οργανικές θέσεις διοικητικών δικαστών, αναμένεται ότι θα εκπονηθεί ποσοτικά μεγαλύτερο δικαστικό έργο, τα αποτελέσματα του οποίου οφείλουμε να αναμένουμε. 

Τέλος, η Ένωση, θεωρεί απαραίτητο να επισημάνει ότι είναι απευκταία η ομοιομορφοποίηση του περιεχομένου όλων των Κανονισμών των διοικητικών δικαστηρίων λόγω ακριβώς των ιδιαιτεροτήτων των συνθηκών λειτουργίας εκάστου δικαστηρίου.

Γ.2.  Ειδικότερες προτεινόμενες ρυθμίσεις και παρατηρήσεις επί αυτών.

Γ.2. α) Ρύθμιση κατά την οποία «Σε περίπτωση αποχής δικηγόρων ή απεργίας υπαλλήλων, ή άλλων παραγόντων της δίκης, οι πρωτοείσακτες υποθέσεις που αναβάλλονται λόγω της αποχής ή απεργίας σε άλλη δικάσιμο ή άλλες δικασίμους, δεν θεωρούνται πρωτοείσακτες για τη χρέωση των δικαστών. Ο δε Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Δικαστηρίου, μπορεί να προσδιορίζει τη συζήτηση των αναβαλλόμενων υποθέσεων και σε εμβόλιμη δικάσιμο (εκτός των προκαθορισμένων)».

     Η ρύθμιση αυτή δεν είναι δίκαιη, ούτε σκόπιμη, διότι  μετακυλίει στους δικαστές το βάρος της αναβολής των υποθέσεων που δεν δικάστηκαν, από λόγους μη συνήθεις, απρόβλεπτους και προσωρινής διάρκειας, χωρίς οι ίδιοι να φέρουν ευθύνη γι’ αυτό στις περισσότερες περιπτώσεις. Θα έχει, δε, ως αποτέλεσμα να συσσωρεύεται μεγάλος όγκος υποθέσεων στα πινάκια, εκτινασσόμενης της χρέωσης σε υψηλότατα επίπεδα εντός σύντομου χρονικού διαστήματος, που καθιστά πρακτικά αδύνατη την επεξεργασία των υποθέσεων σε εύλογο χρόνο, όταν μάλιστα για τις καθυστερήσεις επαπειλούνται κατά τα παραπάνω σοβαρές  κυρώσεις εναντίον των δικαστών. 

Πέραν όμως των ανωτέρω, φρονούμε ότι η προτεινόμενη ρύθμιση παρουσιάζει και έτερο σοβαρότατο ελάττωμα, ήτοι ότι θίγει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα κάθε εργαζομένου-επαγγελματία να διεκδικεί τη βελτίωση των εργασιακών του συνθηκών, ιδίως δε το δικαίωμά του να συμμετέχει σε οργανωμένες απεργιακές κινητοποιήσεις, ως έσχατο μέσο συλλογικής δράσης. Το δικαίωμα αυτό χρήζει εντονότερης προστασίας σε περιόδους οικονομικών και κοινωνικών μετασχηματισμών, όπως αυτές που διατρέχουμε. Και τούτο διότι αποδυναμώνοντας το κόστος που η απεργία προτίθεται, ως μέσο, να προκαλέσει, και καθιστώντας αυτήν δυσβάσταχτη για τους δικαστές, δημιουργούνται εν τοις πράγμασι συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ δικαστών και λοιπών παραγόντων της δίκης, με αποτέλεσμα η απεργία να στρεβλώνεται, να ευτελίζεται, και εν τέλει να απενεργοποιείται. Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί η εμπειρία του παρελθόντος εν είδει παραδείγματος :  Μετά  από την πολύμηνη απεργία των δικηγόρων το έτος 1993, σωρεύθηκε προς εκδίκαση τεράστιος αριθμός υποθέσεων προσδιορισμένων στα τμήματα συνεδριάσεων, και ανατέθηκαν στους τότε διοικητικούς πρωτοδίκες, κατά το τρίμηνο Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου 1993 και Ιανουαρίου 1994, 200 υποθέσεις συν 300 του επόμενου 12μηνου, ήτοι σε χρονικό διάστημα 15 μηνών 500 συνολικά υποθέσεις. Συνεπεία της κατάστασης αυτής, πολλοί δικαστές ασθένησαν, άλλοι δεν μπόρεσαν ποτέ να επανέλθουν σε φυσιολογικούς ρυθμούς εργασίας, «σύροντας» διαρκώς την εκκρεμότητα πίσω τους, υπέστησαν δυσμενή υπηρεσιακή μεταχείριση και κάποιοι απεχώρησαν με το νόμο περί οικειοθελούς αποχώρησης. Πρόσφατο παράδειγμα, η απεργιακή κινητοποίηση των δικαστικών λειτουργών 2012-2013, κατά την οποία συντελέστηκε υπερχρέωση των δικαστών εντός σύντομου χρονικού διαστήματος, χωρίς, μάλιστα, να υφίσταται τέτοια ρύθμιση στους Κανονισμούς ...

 

Γ.2.β)  Ρύθμιση κατά την οποία «Σε περίπτωση μη συμμετοχής δικαστού σε μία δικάσιμο του τμήματός του, για οποιοδήποτε λόγο, ο αριθμός των πρωτοείσακτων υποθέσεων που αναλογούν σ' αυτόν, δεν θα αφαιρείται από επιγενόμενη χρέωση του τμήματος αυτού, αφού αντίστοιχος αριθμός υποθέσεων θα προσαυξάνει τη χρέωση του δικαστή που απουσίασε, σε επόμενη ή επόμενες δικασίμους. Αντίθετα σε περίπτωση μακράς αναρρωτικής άδειας, εκτεινομένης πέραν της μιας (1) δικασίμου, οι αναλογούσες στον ασθενήσαντα δικαστή πρωτοείσακτες υποθέσεις θα αφαιρούνται από επιγενόμενη χρέωση του τμήματος, εφόσον ο ασθενήσας δικαστής, εξακολουθεί να είναι ενταγμένος στη δύναμή του ή σε περίπτωση μετακίνησης αυτού, εφόσον δεν συμπληρώθηκε η δύναμη του τμήματος από άλλο δικαστή».

Η θέση της Ένωσής μας είναι ότι, ενόψει του συνταγματικά προστατευόμενου δικαιώματος στην υγεία,  δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτή οποιαδήποτε θέση κατά την οποία ο δικαστής που απουσιάζει δικαιολογημένα λόγω ασθενείας, θα επιβαρύνεται ο ίδιος ή οι συνάδελφοι του με τις υποθέσεις που είχαν προσδιοριστεί και δεν δικάστηκαν εξ αυτού του λόγου. Οι ήδη υφιστάμενες σε ορισμένους Κανονισμούς ρυθμίσεις, καταρχάς, αφορούν αποκλειστικά  και μόνο μη συμμετοχή του δικαστή σε δικάσιμο λόγω ασθενείας, για την οποία χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια (και όχι μη συμμετοχή για οποιοδήποτε λόγο, η οποία ποτέ δεν καλυπτόταν από την ευνοϊκή αυτή διάταξη), και αποσκοπούν στην προστασία του ασθενή δικαστή, που λόγω προβλημάτων υγείας έχει λάβει αναρρωτική άδεια, έτσι ώστε  ο ίδιος να μην χρεωθεί στο μέλλον τις πρωτοείσακτες υποθέσεις που του αναλογούσαν (έστω και για μία δικάσιμο)  προκειμένου να αναρρώσει κατά το χρόνο της άδειάς του (αυτή την έννοια άλλωστε έχει η χορήγηση αναρρωτικής άδειας) και να είναι απαλλαγμένος κατά το διάστημα της ασθένειάς του από το άγχος και την πίεση ότι επιβαρύνονται με τις υποθέσεις αυτές  οι συνάδελφοί του, που υπηρετούν στο ίδιο Τμήμα. Ο σκοπός της διάταξης αυτής (προστασία της υγείας), υπερτερεί οποιουδήποτε άλλου σκοπού σχετιζόμενου με την «υπηρεσία» και επομένως δεν δικαιολογείται η τροποποίηση των υφιστάμενων διατάξεων ή η το πρώτον εισαγωγή της ανωτέρω . 

Εξάλλου, στην πραγματικότητα δεν συντρέχει λόγος εισαγωγής τέτοιας ρύθμισης, καθώς σύμφωνα με τις παραδόσεις και το ήθος των διοικητικών δικαστών, όποιος προτίθεται να υποβληθεί σε κάποια προγραμματισμένη επέμβαση, φροντίζει αυτή να προσδιορίζεται χρονικά αμέσως μετά τη δικάσιμο, αποφεύγοντας να διαταράξει την εύρυθμη λειτουργία του τμήματός του. Τυχόν, δε, εξαιρετικές ή καταχρηστικές υπηρεσιακές συμπεριφορές δεν είναι βεβαίως σκόπιμο να καθορίζουν την τύχη του συνόλου, αλλά πρέπει να αντιμετωπίζονται εστιασμένα. 

Γ.2.γ) Έτερη προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπει τη δυνατότητα του οικείου Προϊσταμένου «να προσδιορίζει αριθμό υποθέσεων μέχρι και 40% πάνω από τον καθορισμένο, σε περίπτωση όμοιων υποθέσεων ή για αμετακλήτως λυμένα ζητήματα»

Αποτελεί γενική θέση της Ένωσης μας ότι δεν υφίστανται υποθέσεις που ισοδυναμούν με μηδενική επιβάρυνση του δικαστή, ώστε να μην λαμβάνονται υπόψη στη χρέωσή του, καθώς κάθε υπόθεση, όσο «εύκολη» κι αν αποδεικνύεται -εκ των υστέρων πάντα- ότι είναι, απαιτεί, και πρέπει να απαιτεί, την ανάλογη προσοχή και το ενδιαφέρον του δικαστή. Πολλώ μάλλον είναι δεοντολογικά απαράδεκτο να θεσπίζονται στους Κανονισμούς ρυθμίσεις κατά τις οποίες να μην  λαμβάνονται υπόψη στη χρέωση οποιουδήποτε είδους υποθέσεις. Διότι οι ρυθμίσεις αυτές αποτελούν έμμεσο εξαναγκασμό του δικαστή να ασχοληθεί λιγότερο με την υπόθεση που άγεται ενώπιόν του, αναλόγως της κατά τον Κανονισμό αξιολόγησής της ως συμπεριλαμβανόμενη ή όχι στη χρέωσή του. 

Συνιστούν, δε, αποδοχή και επίταση, με πλάγιο τρόπο, του φαινομένου της αναγωγής της νομολογίας των ανώτατων δικαστηρίων σε απολύτως δεσμευτική, χωρίς τη μεσολάβηση της εξατομικευμένης δικαστικής κρίσης.

 Εξίσου ανεπίτρεπτο είναι να μην λαμβάνονται υπόψη στη χρέωση οι υποθέσεις προσωρινής δικαστικής προστασίας, ενώ, είναι τελείως διαφορετικό πράγμα η λήψη αυτών υπόψη με μειωμένη βαρύτητα σε σχέση με τις κατά κανόνα (π.χ. κατά το ήμισυ). 

Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα των «όμοιων» υποθέσων, είναι γνωστό ότι και σε αυτές ανακύπτουν ζητήματα δικαιοδοσίας, ομοδικίας, χρόνου λήψης ή μη των εν λόγω επιδομάτων, συνταγματικότητας(ειδικότερες εκφάνσεις αυτής που δεν έχουν κριθεί), παραγραφής, τόκων, αναγνωριστικού ή μη αιτήματος, δεκάδων διαδίκων, νομιμοποίησης ή μη αυτών, ενδιάμεσων θανάτων κοκ, που απαιτούν κόπο και προσοχή.

Επίσης, αν ληφθεί υπόψη ότι στο αρ. 15 περ. β΄υποπερ. δδ΄ του ΚΟΔΚΔΛ, προβλέπεται ήδη ότι ο προϊστάμενος του δικαστηρίου δύναται να προσδιορίζει, σε επείγουσες περιπτώσεις, συζητήσεις υποθέσεων καθ` υπέρβαση του αριθμού που  έχει  καθοριστεί από την ολομέλεια ή τον κανονισμό του δικαστηρίου και σε ποσοστό που δεν υπερβαίνει το "20%" του αριθμού αυτού, καθίσταται σαφές ότι η συνδυαστική εφαρμογή των δύο αυτών ρυθμίσεων –που δεν μπορεί να αποκλειστεί στο μέλλον- θα οδηγούσε σε πλήρη ανατροπή των εργασιακών συνθήκων των δικαστών.

Εξάλλου, οι όμοιες αυτές υποθέσεις, είναι εκείνες ακριβώς που θα ανακουφίσουν τον δικαστή για να εμφανίσει κάποιο αριθμό δημοσιευόμενων ανά μήνα αποφάσεων, τις οποίες γράφει παράλληλα για ξεκούραση όταν απασχολείται επί μέρες ή μήνες με την επεξεργασία άλλων σοβαρών υποθέσεων. Ουδείς δικαστικός λειτουργός έχει τη δυνατότητα να εκπονεί τον μέγιστο αριθμό των προβλεπόμενων στους Κανονισμούς υποθέσεων, χωρίς να περιλαμβάνονται σ΄ αυτές και κάποιες όμοιες. 

Δ. Εναλλακτικά, η Ένωση, θεωρεί ότι πολύ καλύτερα αποτελέσματα, τόσο ποσοτικώς όσο και ποιοτικώς, θα απέφεραν ρυθμίσεις που ενισχύουν την εξειδίκευση κατά τμήματα, και την εκ των προτέρων λεπτομερή ομαδοποίηση των υποθέσεων. Ενώ,  είναι αυτονόητο ότι η λειτουργία κοινής νομολογιακής βάσεως δεδομένων των διοικητικών δικαστηρίων θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά,  υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι δεν λειτουργεί ως υποκατάστατο της πρωτότυπης δικαστικής κρίσης.  

ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

      Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                       Ο  ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΔΑΚΗ                           ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΦΦΕΣ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ                                     ΕΦΕΤΗΣ