• slide1
  • slide3
  • slide
  • slide2

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Πανελλήνιο Συνέδριο Λάρισας 7-8/10/2016

ΕΝΩΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

Λ.Ριανκούρ 85, γρ. 217–218, 2ος όροφος

Αμπελόκηποι–Αθήνα, ΤΚ 115-24

Τηλ 210-6996688 και 210-6980777

FAX: 210-6998848

mail:This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

 

 Αθήνα 6-10-2014

 Αρ. Πρωτ. 90

 

 

 

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΗ   ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ 

 

 Σας ενημερώνουμε  ότι σύμφωνα με την  με αριθμό 84/2014  απόφαση του «Μισθοδικείου»  την οποία και σας επισυνάπτουμε,  εφόσον νομικό ζήτημα, το οποίο αφορά ειδικά στους δικαστικούς λειτουργούς έχει ήδη επιλυθεί με απόφαση του Δικαστηρίου τούτου  , ένδικο βοήθημα, στο οποίο ανακύπτει το ίδιο αυτό ζήτημα, νομίμως ασκείται απ’ ευθείας ενώπιον του αρμοδίου, ως εκ του αντικειμένου της διαφοράς, τακτικού διοικητικού δικαστηρίου  το οποίο δεν υποχρεούται να παραπέμψει το ένδικο αυτό βοήθημα προς εκδίκαση στο Ειδικό Δικαστήριο, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 3038/2002, αλλά κρατεί και δικάζει τούτο, λαμβάνοντας υπόψη την επιλύουσα το νομικό ζήτημα απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                             Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΔΑΚΗ                           ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΚΑΦΦΕΣ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ                                      ΕΦΕΤΗΣ 

 

 

 

 

Αριθμός 84/2014 

Το κατά το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος 

Ειδικό Δικαστήριο 

  

 

 Αποτελούμενο από τους: Ειρήνη Σαρπ, Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, κωλυομένων του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και των αρχαιοτέρων της Αντιπροέδρων, Πρόεδρο, Αριστόβουλο-Γεώργιο Βώρο, Σύμβουλο της Επικρατείας, τακτικό μέλος, Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτη, αναπληρωματικό μέλος, κωλυομένου του Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτη, τακτικού μέλους και του Νικολάου Πάσσου, Αρεοπαγίτη, αναπληρωματικού μέλους, Σπυρίδωνα Φλογαϊτη, Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, τακτικό μέλος, Νέστωρα Κουράκη, Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, αναπληρωματικό μέλος, κωλυομένου του Κων/νου Καλαβρού, Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, τακτικού μέλους, της Μαρίας-Λήδας Πίψου, και της Μαρίας Καϊάφα-Γκμπάντι, Καθηγητριών της Νομικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αναπληρωματικών μελών, Ελισσάβετ Συμεωνίδου-Καστανίδου, Καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αναπληρωματικό μέλος, κωλυυομένης της Ευαγγελίας Ποδηματά, Καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τακτικού μέλους και του Λεωνίδα Κοτσαλή, Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, αναπληρωματικού μέλους, Δημήτριο Μανώλη, Δικηγόρο, τακτικό μέλος, Παναγιώτη Βασιλακόπουλο, Δικηγόρο, αναπληρωματικό μέλος, κωλυομένου του Δημητρίου Κορφιάτη, Δικηγόρου, τακτικού μέλους, και των Δημητρίου Γιώτσα, Νικολάου Μαυρομάτη και Κων/νου-Δημητρίου Τριανταφυλλόπουλου, Δικηγόρων, αναπληρωματικών μελών, Ιωάννη Δρυλλεράκη, Δικηγόρο, αναπληρωματικό μέλος, κωλυομένου του Ιωάννη Παπαδογιαννάκη, Δικηγόρου τακτικού μέλους, Μαριάνθη Παπασαράντη, Προϊσταμένη της Διεύθυνσης της Γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, Γραμματέας. 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Συμβουλίου της Επικρατείας την 3η Ιουνίου 2014, ημέρα Τρίτη και ώρα 6.00 μ.μ. για να δικάσει την από 17 Απριλίου 2013 προσφυγή, που κατατέθηκε ενώπιον της Γραμματείας του Ειδικού Δικαστηρίου την 17η Απριλίου 2013 με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 564. 

Τ η ς ..................., η οποία δεν παρέστη, αλλά είχε καταθέσει έγγραφη έγκριση για την άσκηση της προσφυγής της (22.5.2014). 

Κ α τ ά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος δεν παρέστη, ο οποίος δεν παρέστη, αλλά είχε καταθέσει έγγραφη έγκριση για την άσκηση της προσφυγής της (2.6.2014). 

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη, άκουσε τον εισηγητή της υπό κρίση προσφυγής Γεώργιο-Αριστόβουλο Βώρο κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η προσφεύγουσα δικαστική λειτουργός, Εισηγήτρια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την υπ’ αριθ. πρωτ. 26153/20.12.2012 αίτησή της προς την Δ.Ο.Υ. ΙΓ΄ 

 

Αθηνών προέβη σε ανάκληση των δηλώσεών της φορολογίας εισοδήματος των οικονομικών ετών 2009-2012 (διαχειριστικές περίοδοι 2008-2011), για το λόγο ότι δεν εφαρμόσθηκαν επί των αποδοχών της ως δικαστικής λειτουργού οι φορολογικές απαλλαγές που ισχύουν επί της βουλευτικής αποζημιώσεως, αφ’ ενός βάσει του άρθρου 36 παρ. 2 του ν. 3016/2002 και αφ’ ετέρου βάσει της υπ’ αριθ. 1072374/1223/Α0012/23.7.2001 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών. Ειδικότερα, ζήτησε να αφαιρεθεί από το εκάστοτε συνολικό ποσό των υποβληθεισών σε φόρο εισοδήματος αποδοχών της αφ’ ενός ποσό ίσο με το 25% του αντίστοιχου ετήσιου συνολικού ακαθαρίστου ποσού αυτών 

 

και αφ’ ετέρου ποσό 10.560 ευρώ, άλλως ποσό ίσο με το εκάστοτε πράγματι καταβληθέν ετησίως σε αυτήν ποσό αντισταθμιστικού επιδόματος, να γίνει νέα εκκαθάριση του οφειλομένου φόρου εισοδήματος και να της επιστραφεί ο αχρεωστήτως, κατ’ αυτήν, καταβληθείς φόρος εισοδήματος. Επιπλέον, ειδικώς όσον αφορά στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2012 (χρήση 1.1-31.12.2011), η προσφεύγουσα ζήτησε να της επιστραφεί το ποσό της επιβληθείσης με το άρθρο 38 παρ. 2 εδ. α΄ του ν. 3986/2011 ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την αντιμετώπιση της ανεργίας, με την οποία είχαν επιβαρυνθεί οι αποδοχές της, επικουρικώς δε να υπολογισθεί η εν λόγω εισφορά όχι επί των ακαθαρίστων προ φόρου ετησίων αποδοχών της, αλλά επί των αντίστοιχων καθαρών, και να της επιστραφεί η διαφορά. Τέλος, η προσφεύγουσα ζήτησε και για τα επόμενα οικονομικά έτη 2013 και εφεξής να αφαιρούνται από το εκάστοτε ετήσιο συνολικό ποσό των υποβαλλομένων σε φόρο εισοδήματος αποδοχών της τα προαναφερθέντα ποσά (25% του ετησίου ακαθαρίστου ποσού των αποδοχών της και ποσό 10.560 ευρώ ή ποσό ίσο με το ετησίως καταβαλλόμενο σε αυτήν αντισταθμιστικό επίδομα), καθώς και να μην παρακρατείται από τις αποδοχές της η ανωτέρω εισφορά ή, επικουρικώς, να υπολογίζεται μόνον επί των καθαρών αποδοχών της. Με το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, το οποίο χαρακτηρίζει «προσφυγή – φορολογικό αίτημα αρνητικού αναγνωριστικού χαρακτήρα», η προσφεύγουσα ζητεί α) να ακυρωθεί η τεκμαιρόμενη σιωπηρή απόρριψη από τον Προϊστάμενο της ΙΓ΄ Δ.Ο.Υ. Αθηνών, της προαναφερθείσας από 20.12.2012 αιτήσεώς της περί ανακλήσεως των δηλώσεών της φόρου εισοδήματος οικονομικών ετών 2009, 2010, 2011 και 2012 (χρήσεων 2008 έως 2011), β) να γίνει δεκτή η αίτηση ανακλήσεως των εν λόγω δηλώσεων, γ) να χωρήσει, με τροποποίηση των οικείων εκκαθαριστικών σημειωμάτων, επανεκκαθάριση του οφειλομένου για τα ανωτέρω έτη φόρου εισοδήματος, αφού αφαιρεθεί από το εκάστοτε ετήσιο συνολικό ποσό των υποβληθεισών σε φόρο αποδοχών της ποσό ίσο με το 25% αυτών, καθώς και ποσό 10.560 ευρώ ή, επικουρικά, ποσό ίσο με το εκάστοτε πράγματι καταβληθέν σε αυτήν ετησίως ποσό αντισταθμιστικού επιδόματος, και δ) να επιστραφεί σ’ αυτήν, νομιμοτόκως από την κατάθεση της αιτήσεως ανακλήσεως, άλλως από της επιδόσεως της προσφυγής, ο αχρεωστήτως, κατά τους ισχυρισμούς της, καταβληθείς για τα ανωτέρω έτη φόρος εισοδήματος. Περαιτέρω, όσον αφορά στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2012, η προσφεύγουσα ζητεί επιπλέον την επιστροφή, νομιμοτόκως από την κατάθεση της αιτήσεως ανακλήσεως, άλλως από της επιδόσεως της προσφυγής, του ποσού της επιβληθείσης στις οικείες ετήσιες αποδοχές της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την αντιμετώπιση της ανεργίας του άρθρου 38 παρ. 2 εδ. α΄ του ν. 3986/2011, για το λόγο ότι αφ’ ενός μεν, κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, επιβλήθηκε μόνον σε βάρος των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα και όχι και στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα και αφ’ ετέρου, κατά παράβαση των άρθρων 43 παρ. 2 εδ. β΄ και 78 παρ. 1 του Συντάγματος, επιβλήθηκε στους δικαστικούς λειτουργούς κατ’ εφαρμογήν της υπ’ αριθ. 2/57654/0022/22.8.2011 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών?επικουρικώς δε η προσφεύγουσα ζητεί, εφ’ όσον ήθελε κριθεί νόμιμη κατ’ αρχήν η επιβολή της ανωτέρω εισφοράς επί των αποδοχών της από την άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος, να της επιστραφεί ως αχρεωστήτως καταβληθέν το ποσό της εκ της ως άνω εισφοράς επιβαρύνσεως, που προέκυψε λόγω του υπολογισμού αυτής επί των ακαθαρίστων προ φόρου ετησίων αποδοχών της και όχι επί των καθαρών. Τέλος, η προσφεύγουσα ζητεί να αναγνωρισθεί για το οικονομικό έτος 2013 (χρήση 2012) και τα επόμενα οικονομικά έτη α) ότι από το εκάστοτε ετήσιο συνολικό ποσό των υποβαλλομένων σε φόρο εισοδήματος αποδοχών της δεν οφείλεται φόρος αφ’ ενός για ποσό 10.560 ευρώ ή, επικουρικά, για ποσό ίσο με το εκάστοτε πράγματι καταβαλλόμενο σε αυτήν ετησίως ποσό αντισταθμιστικού επιδόματος, και αφ’ ετέρου για ποσό ίσο με το 25% των ανωτέρω αποδοχών της και β) ότι δεν οφείλεται και, ως εκ τούτου, να παύσει να παρακρατείται από τις αποδοχές της η προβλεπομένη από το άρθρο 38 παρ. 2 εδ. α΄ του ν. 3986/2011 ειδική εισφορά αλληλεγγύης για την αντιμετώπιση της ανεργίας. 

 

2. Επειδή, για το κρινόμενο ένδικο βοήθημα έχει καταβληθεί παράβολο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 277 παρ. 3 και 4 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ήδη ισχύουν, ο οποίος είναι εν προκειμένω εφαρμοστέος κατά το άρθρο 9 του διέποντος το παρόν Δικαστήριο ν. 3038/2002 (υπ’ αριθ. 1328029/2013, 1328030, 5788403, 1273657 και, 4869619, έτους 2013 ειδικά γραμμάτια παραβόλου, σειράς Α΄). 

 

3. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 4, 5 παρ. 1 και 2 και 8 του ν. 3038/2002 (Α΄180), ερμηνευομένων εν όψει του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, στη δικαιοδοσία του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου υπάγονται οι σχετικές με κάθε είδους αποδοχές και συντάξεις των δικαστικών λειτουργών διαφορές, εφ’ όσον η επίλυση των οικείων νομικών ζητημάτων αφορά ειδικά στους δικαστικούς λειτουργούς και μπορεί ταυτόχρονα να επηρεάσει την μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρυτέρου κύκλου των προσώπων αυτών. Αντιθέτως, δεν υπάγονται στην δικαιοδοσία του Ειδικού Δικαστηρίου μισθολογικές και συνταξιοδοτικές διαφορές δικαστικών λειτουργών, στις οποίες ανακύπτουν ζητήματα που αφορούν και άλλες κατηγορίες υπαλλήλων ή συνταξιούχων του Δημοσίου. Και τούτο διότι, όταν το αρμόδιο τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή το Ελεγκτικό Συνέδριο εκδικάζει όμοια με τα εγειρόμενα ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου νομικά ζητήματα που αφορούν και σε άλλους υπαλλήλους ή συνταξιούχους του Δημοσίου, πλην των δικαστικών λειτουργών, ενδέχεται να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις για το ίδιο νομικό ζήτημα, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άρσεως της σχετικής αμφισβητήσεως (βλ. ιδία τις υπ’ αριθ. 8/2013, 89/2013, 109/2012, 62/2011, 61/2011, 11/2010 και 165/2008 αποφάσεις του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου, επίσης τις υπ’ αριθ. 5/2012, 121/2007, 110/2007, 781/2007 κ.ά. αποφάσεις του αυτού Δικαστηρίου). 

 

4. Επειδή, το παρόν Ειδικό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της προκειμένης διαφοράς, κατά το μέρος που αφορά το νομικό ζήτημα της εφαρμογής και επί των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών φορολογικών απαλλαγών που ισχύουν για την βουλευτική αποζημίωση, διότι η επίλυση του νομικού αυτού ζητήματος μπορεί να επηρεάσει την φορολογική κατάσταση του συνόλου των δικαστικών λειτουργών. Περαιτέρω το παρόν Ειδικό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της προκειμένης διαφοράς και κατά το μέρος που εξ αυτής αναφύεται το νομικό ζήτημα, εάν οι δικαστικοί λειτουργοί, «οι οποίοι», κατά το δικόγραφο της προσφυγής (βλ. σελ. 10), «είναι άμεσα όργανα του κράτους με ευθεία συνταγματική κατοχύρωση και φορείς συντεταγμένης εξουσίας, σε αντίθεση με τους δημόσιους υπαλλήλους, οι οποίοι είναι έμμεσα κρατικά όργανα», περιλαμβάνονται, κατά την έννοια του άρθρου 38 παρ.2 εδ. α΄ του ν. 3986/2011, στους μισθοδοτουμένους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ, των ΟΤΑ κλπ., στις αποδοχές των οποίων επιβλήθηκε με το ανωτέρω άρθρο ειδική εισφορά αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας. Αντιθέτως, τα λοιπά ζητήματα που τίθενται με την υπό κρίση προσφυγή αναφορικά με την έκταση της φορολογικής βάσεως της επίμαχης εισφοράς αλληλεγγύης (εάν δηλαδή επιβάλλεται επί των καθαρών ή των ακαθαρίστων αποδοχών), καθώς και την συμφωνία ή μη της διατάξεως του άρθρου 38 παρ. 2 εδ. α΄ του ν. 3986/2011 προς το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ως εκ της μη επιβολής της επίδικης εισφοράς και στις αποδοχές των υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα, δεν σχετίζονται με τις ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις για την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και τη συνακόλουθη ιδιαίτερη μισθολογική και συνταξιοδοτική μεταχείριση που επιφυλάσσει γι’ αυτούς το Σύνταγμα. Συνεπώς, το παρόν Ειδικό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της παρούσης υποθέσεως ως προς τα ζητήματα αυτά, αρμόδια δε είναι τα διοικητικά δικαστήρια. 

 

    5. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 4, 5 παρ. 1 και 2 και 8 του ν. 3038/2002, ερμηνευομένων εν όψει του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, μετά την επίλυση του εμπίπτοντος στη δικαιοδοσία του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου νομικού ζητήματος, εφ’ όσον τούτο δεν έχει ήδη επιλυθεί με προηγούμενη απόφασή του, το εν λόγω Δικαστήριο παραπέμπει τη σχετική υπόθεση για την περαιτέρω εκδίκασή της στο αρμόδιο δικαστήριο, δηλαδή είτε σε τακτικό διοικητικό δικαστήριο είτε στο Ελεγκτικό Συνέδριο (βλ. τις υπ’ αριθ. 78, 88/2013 αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου). Το δικαστήριο δε, στο οποίο παραπέμπεται η υπόθεση, συμμορφούμενο ως προς το επιλυθέν νομικό ζήτημα, με την απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου, επιλύει οριστικώς την διαφορά (βλ. τις υπ’ αριθ. 154/2011, 83/2013, κ.ά. αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου). Αν το τιθέμενο στην υπόθεση νομικό ζήτημα έχει ήδη επιλυθεί με προηγούμενη απόφασή του, το Ειδικό Δικαστήριο, αφού διαπιστώσει τούτο, παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο για την περαιτέρω εκδίκασή της, και δεν προβαίνει στην εκ νέου κρίση επί του ζητήματος αυτού. Και τούτο για λόγους ασφάλειας του δικαίου και αποφυγής κλονισμού της αξιοπιστίας του ίδιου του Δικαστηρίου, διότι νέα κάθε φορά κρίση επί του αυτού ζητήματος θα μπορούσε να οδηγήσει σε αντιφατικές αποφάσεις χωρίς να υπάρχει καμία δυνατότης επιλύσεως των συγκρούσεων, δεδομένου ότι ούτε το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος ούτε ο εις εκτέλεση αυτού εκδοθείς ν. 3038/2002 προβλέπει διαδικασία άρσεως συγκρούσεων μεταξύ των διαφόρων συνθέσεων του Ειδικού Δικαστηρίου, το οποίο είναι μεν, κατά το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος, ένα Δικαστήριο, αλλά, εκτός του ότι η θητεία των μελών του διαρκεί μόνον για ένα έτος, και εντός ενός και του αυτού έτους το εν λόγω Δικαστήριο δεν δικάζει υπό την αυτή πάντοτε σύνθεση, εφ’ όσον το άρθρο 1 του ν. 3038/2002 προβλέπει – παρά το γεγονός ότι τα τιθέμενα νομικά ζητήματα (μισθολογικά, φορολογικά, συνταξιοδοτικά) κατά το συνήθως συμβαίνον δεν αφορούν τους δικαστικούς λειτουργούς ενός μόνον κλάδου της δικαιοσύνης – εν μέρει άλλη σύνθεση για την εκδίκαση των διαφορών που αφορούν δικαστικούς λειτουργούς του Συμβουλίου της Επικρατείας ή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και άλλη σύνθεση για την εκδίκαση των διαφορών που αφορούν τους δικαστικούς λειτουργούς της πολιτικής και της ποινικής δικαιοσύνης και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ενώ, εξάλλου, η σύνθεσή του μπορεί να μεταβάλλεται από δικάσιμο σε δικάσιμο με την συμμετοχή άλλοτε τακτικού μέλους και άλλοτε του αναπληρωματικού του (πρβλ. απόφαση Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 2.11.2010, αριθ. προσφυγής 38155/02, Stefanica και λοιποί κατά Ρουμανίας, σκέψεις 37 και 38). Ενόψει δε των ανωτέρω, εφόσον νομικό ζήτημα, το οποίο αφορά ειδικά στους δικαστικούς λειτουργούς και μπορεί ταυτόχρονα να επηρεάσει την μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρυτέρου κύκλου των προσώπων αυτών, έχει ήδη επιλυθεί με απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, ένδικο βοήθημα, στο οποίο ανακύπτει το ίδιο αυτό ζήτημα, νομίμως ασκείται απ’ ευθείας ενώπιον του κατ’ αρχήν αρμοδίου, ως εκ του αντικειμένου της διαφοράς, τακτικού διοικητικού δικαστηρίου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο (τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή Ελεγκτικό Συνέδριο) δεν υποχρεούται να παραπέμψει το ένδικο αυτό βοήθημα προς εκδίκαση στο Ειδικό Δικαστήριο, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 3038/2002, αλλά κρατεί και δικάζει τούτο, λαμβάνοντας υπόψη την επιλύουσα το νομικό ζήτημα απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου. Και τούτο διότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 3038/2002, κατά την αληθή έννοιά της, αναφέρεται στα ένδικα βοηθήματα, στα οποία ανακύπτει νομικό ζήτημα, το οποίο αφορά ειδικά στους δικαστικούς λειτουργούς και μπορεί να επηρεάσει την μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρυτέρου κύκλου των προσώπων αυτών, εφόσον, όμως, το ζήτημα αυτό δεν έχει ήδη επιλυθεί με απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου. 

 

6. Επειδή, με την υπ’ αριθ. 89/2013 απόφαση του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου κρίθηκε ότι με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 5 του ν. 3038/2002, με την οποία επετράπη η άσκηση ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου «ενδίκου βοηθήματος αρνητικού αναγνωριστικού χαρακτήρα», προκειμένου, κατά την οικεία εισηγητική έκθεση, η πρόσβαση στο Δικαστήριο αυτό να είναι ανοικτή σε όλα τα μέρη, δηλαδή και στο Δημόσιο, δεν εσκοπήθη να παρασχεθεί στους δικαστικούς λειτουργούς, επί πλέον των προβλεπομένων στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ενδίκων βοηθημάτων, η δυνατότητα υποβολής ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου φορολογικών αιτημάτων αρνητικού αναγνωριστικού χαρακτήρα, υπό την έννοια ενός, προληπτικού τρόπον τινά χαρακτήρος, ενδίκου βοηθήματος με αντικείμενο την αναγνώριση υποχρεώσεως των φορολογικών αρχών να υπολογίζουν τον φόρο και στο μέλλον όπως κρίθηκε στο πλαίσιο διαφοράς αφορώσης συγκεκριμένο οικονομικό έτος. Εν όψει τούτου, το κρινόμενο ένδικο βοήθημα πρέπει να απορριφθεί, κατά το μέρος που με αυτό υποβάλλεται “φορολογικό αίτημα αρνητικού αναγνωριστικού χαρακτήρα” με αντικείμενο την αναγνώριση της υποχρεώσεως της οικείας φορολογικής αρχής να προσδιορίζει καθ’ ορισμένο τρόπο το φόρο εισοδήματος, που θα οφείλει η προσφεύγουσα για τις αποδοχές της από την άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος κατά τα επόμενα της ασκήσεως της προσφυγής οικονομικά έτη, με τις απαλλαγές που προβάλλει ότι δικαιούται η προσφεύγουσα ως δικαστική λειτουργός και χωρίς την προαναφερθείσα εισφορά. 

 

7. Επειδή, περαιτέρω, με την προαναφερθείσα υπ’ αριθ. 89/2013 απόφαση του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου κρίθηκαν τα εξής: Α) Η διάταξη του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ζ΄/1975 Ψηφίσματος της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής (Α΄ 23), η οποία, προστεθείσα με το άρθρο 36 παρ. 2 του ν. 3016/2002 (Α΄ 110), παρέμεινε σε ισχύ με το άρθρο 5 παρ. 12 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58) και προβλέπει απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος ποσοστού 25% του ακαθαρίστου ποσού της βουλευτικής αποζημιώσεως, ερμηνευόμενη ενόψει των οριζομένων στο άρθρο 26 του Συντάγματος και των αρχών που προκύπτουν από το άρθρο αυτό, δηλαδή των αρχών της διακρίσεως των λειτουργιών, της ισοδυναμίας και της ισοτιμίας αυτών και της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας, και εξειδικεύονται περαιτέρω, ως προς την δικαστική λειτουργία, στα άρθρα 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος, είναι εφαρμοστέα και επί των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, προς διαφύλαξη των ανωτέρω συνταγματικών αρχών. Και τούτο διότι με την ανωτέρω διάταξη αυξήθηκε πράγματι το καθαρό ποσό της βουλευτικής αποζημιώσεως με την απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος ποσοστού 25% αυτής. Β) Εφ’ όσον το επίδομα, που καταβάλλεται στους δικαστικούς λειτουργούς για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση των υποθέσεων και για την αντιστάθμιση των δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται για την άσκηση του λειτουργήματός τους (δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και οργάνωση γραφείου), δεν υπόκειται σε φόρο εισοδήματος, από το γεγονός ότι το επίδομα αυτό δεν φορολογείται και όταν καταβάλλεται στους βουλευτές, ενόψει της εξισώσεως, με την από 22.12.1964 απόφαση της Βουλής (συνεδρίαση ΚΔ΄ της 22.12.1964), της βουλευτικής αποζημιώσεως προς τις αποδοχές των ανωτάτων δικαστικών λειτουργών, δεν δημιουργείται υποχρέωση από καμία συνταγματική διάταξη να αφαιρεθεί από τις υποκείμενες σε φόρο εισοδήματος αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και άλλο ποσό ίσο με το χορηγούμενο σε αυτούς για την ανωτέρω αιτία επίδομα. Γ). Η διάταξη του άρθρου 38 παρ. 2 περίπτωση α΄ του ν. 3986/2011«Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015» (Α΄ 152), όπως η εν λόγω περίπτωση α΄ συμπληρώθηκε από τότε που ίσχυσε με την παρ. 11 του άρθρου 24 του ν. 4002/2011 (Α΄180), με την οποία καθιερώθηκε ειδική εισφορά αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας, καταλαμβάνει και τους δικαστικούς λειτουργούς. Συνεπώς, εφόσον με την ανωτέρω απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου έχουν ήδη επιλυθεί τα τιθέμενα και στην προκειμένη υπόθεση και εμπίπτοντα στην δικαιοδοσία του εν λόγω Δικαστηρίου νομικά ζητήματα, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο είναι αρμόδιο κατά τόπο και καθ’ ύλην να επιλύσει οριστικώς την διαφορά, υπολογίζοντας τον οφειλόμενο από την προσφεύγουσα φόρο εισοδήματος για τις αποδοχές της από την άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος μετά την αφαίρεση ποσοστού 25% από τις ακαθάριστες αποδοχές της και αντιμετωπίζοντας τα λοιπά ζητήματα, που γεννώνται ως προς την εισφορά του άρθρου 38 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 3986/2011 (αν δηλαδή αντίκειται στο Σύνταγμα η επιβολή της εν λόγω εισφοράς μόνο στα αναφερόμενα στην εν λόγω διάταξη πρόσωπα και όχι γενικώς και στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, και, σε περίπτωση που κριθεί ότι δεν αντίκειται, αν η εισφορά αυτή πρέπει να υπολογισθεί επί των ακαθαρίστων ή των καθαρών αποδοχών των υποκειμένων σε αυτήν). 

 

Δ ι α τ α ύ τ α 

 

Απορρίπτει την κρινόμενη προσφυγή, κατά το μέρος που αφορά το «φορολογικό αίτημα αρνητικού αναγνωριστικού χαρακτήρα» και την αφαίρεση από τις υποκείμενες σε φόρο εισοδήματος αποδοχές της προσφεύγουσας ποσού 10.560 ευρώ ή ίσου με το καταβληθέν σε αυτήν ετησίως αντισταθμιστικό επίδομα. 

 

Εξετάζει κατά τα λοιπά την κρινόμενη προσφυγή. 

 

Διαπιστώνει ότι τα αναφυόμενα στο πλαίσιο της εν λόγω προσφυγής νομικά ζητήματα, τα οποία εμπίπτουν στην δικαιοδοσία του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου, έχουν ήδη επιλυθεί με την υπ’ αριθ. 89/2013 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό. 

 

Παραπέμπει την κρινόμενη προσφυγή προς περαιτέρω εκδίκαση, ως προς τα προσδιοριζόμενα ειδικότερα στην τελευταία περίοδο της σκέψεως 7 ζητήματα, στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών. 

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 10 Ιουλίου 2014. 

Η Πρόεδρος        Η Γραμματέας  

Ειρήνη Σάρπ   Μαριάνθη Παπασαράντη