• slide2
  • slide3
  • slide1
  • slide

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Πανελλήνιο Συνέδριο Λάρισας 7-8/10/2016

 Αθήνα, 8-7 -2014

Αρ. Πρωτ. 66

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ  ΤΙΣ ΔΥΣΜΕΝΕΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ.

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η δικαστική ανεξαρτησία αποτελεί προϋπόθεση για την υλοποίηση του κοινωνικού αγαθού της δικαιοσύνης, και ότι, ως εκ τούτου, πρέπει, και κατά το Σύνταγμα, να διέπει τη δικαστική λειτουργία σε όλες τις βαθμίδες άσκησής της.  Γι΄αυτό το λόγο, η οργάνωση της δικαιοσύνης σε «βαθμούς» δεν έχει, ούτε επιτρέπεται να ενέχει ιεραρχική διάσταση,  εξυπηρετώντας, απλώς, την ανάγκη επανάκρισης των υποθέσεων και την ασφάλεια του δικαίου.  Η άσκηση του δικαιοδοτικού έργου με ελεύθερο, γενναίο και ανεξάρτητο φρόνημα από τον πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστή αποτελεί θεμέλιο λίθο για την ουσιαστική δικαστική προστασία των πολιτών. Και τούτο, διότι ο πρωτοβάθμιος δικαστής, ως φυσικός κριτής των νεοεισαγόμενων υποθέσεων, καλείται να αρθρώσει τον πρώτο δικαστικό λόγο. Και είναι κατάλληλο το σώμα των πρωτοβάθμιων δικαστών προς τούτο. Διότι, διαθέτει ευρύτατη βάση που ανανεώνεται διαρκώς, με αποτέλεσμα την επαρκέστερη δημοκρατική του νομιμοποίηση και την εν τοις πράγμασι αμεσότερη σχέση των μελών του με την εξελισσόμενη κοινωνική πραγματικότητα. Εξάλλου, η πρωτοβάθμια δικαιοσύνη είναι  από τη φύση της - και πρέπει να παραμείνει - εύκολα προσβάσιμη στον πολίτη.

Παρά ταύτα, τα τελευταία χρόνια, με αφορμή την ανάγκη «επιτάχυνσης» των διοικητικών δικών, θεσπίστηκαν ρυθμίσεις και προωθήθηκαν, δυνάμει αυτών, πρακτικές, που κατάφεραν σοβαρά πλήγματα στην λειτουργία της αρχής της δικαστικής ανεξαρτησίας στα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια διοικητικά δικαστήρια. Τέτοια περίπτωση αποτελεί ο θεσμός της λεγόμενης πιλοτικής δίκης καθώς και η επαναρρύθμιση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, που, όπως διαρθρώθηκαν, είχαν ως αποτέλεσμα την αναγωγή της νομολογίας του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου σε άμεση πηγή δικαίου, δεσμεύουσα δραστικά τον πολίτη και τον δικαστή. Παράλληλα, σε επίπεδο εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ο θεσμός του αυτοδιοίκητου δοκιμάζεται, και μάλιστα στον πυρήνα του, με την αποξένωση των δικαστών από τη διαμόρφωση των Κανονισμών Εσωτερικής Υπηρεσίας των ίδιων των δικαστηρίων τους, ενόψει της μεταβίβασης της αρμοδιότητας αυτής στα ανώτατα δικαστήρια. Η νομοθετική αυτή επιλογή, που ακύρωσε, χωρίς αποχρώντα  επί της ουσίας λόγο, τριακονταετή ομαλή λειτουργία του θεσμού του αυτοδιοίκητου, επικυρώθηκε προσφάτως με την με αρ. 2/1014 απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας, με την οποία ανατράπηκε διαφορετική επί του ζητήματος θέση του ίδιου δικαστηρίου (απόφαση-πρακτικό 10/2012).  Με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε κατά πλειοψηφία ότι μόνη αρμόδια να αποφασίζει τελικά για το περιεχόμενο των κανονισμών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ως εκ της συνταγματικής θέσης της στην κορυφή της διοικητικής δικαιοσύνης, είναι η Διοικητική Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας. Επιπροσθέτως, αποτέλεσε θεσμική έκπληξη η διατυπωθείσα στην ίδια απόφαση πλειοψηφική θέση –εν είδει οιονεί δεσμεύσεως του μελλοντικού νομοθέτη-  ότι η κατάργηση της παραπάνω αρμοδιότητάς της Ολομέλειας του Ανώτατου Δικαστηρίου θα προσέκρουε στο Σύνταγμα. Ήταν, λοιπόν, αντισυνταγματική η επί τριάντα χρόνια εφαρμογή του αυτοδιοίκητου στα διοικητικά δικαστήρια; Ή μήπως η ραγδαία συσσώρευση υποθέσεων, και η εντεύθεν καθυστέρηση στην απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης, συμπεριλαμβανομένων των επιδόσεων του Συμβουλίου Επικρατείας, οφείλεται σε λανθασμένες ρυθμίσεις των κανονισμών εσωτερικής υπηρεσίας, που αν «διορθωθούν», το πρόβλημα θα επιλυθεί αυτομάτως;  Δυστυχώς, όχι, όπως όλοι γνωρίζουμε. 

Ακολούθως, σε εφαρμογή των παραπάνω, με την με αρ. 3/2014 απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας, τροποποιήθηκε ευθέως ο Κανονισμός του μεγαλύτερου Διοικητικού Εφετείου της Χώρας, κατά παράκαμψη της αντίθετης, εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της Ολομέλειας των δικαστών του, που συγκλήθηκε τρεις φορές για το ίδιο θέμα, και αποφάνθηκε αρνητικά ως προς την αναγκαιότητα και τη σκοπιμότητα της τροποποίησης του Κανονισμού του. Περαιτέρω, με την επακολουθήσασα με αρ. 6/2014 απόφαση-πρακτικό  της Ολομέλειας του ίδιου Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, τροποποιήθηκε αυτεπαγγέλτως ο Κανονισμός του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, χωρίς καν να έχουν εκφράσει τη θέση τους επί των τροποποιήσεων οι  ίδιοι οι δικαστές του οικείου Δικαστηρίου.  Η  δημοσιευθείσα  μάλιστα  στο οικείο φύλλο εφημερίδας της κυβέρνησης  δημόσια απειλή  «για ενδεχόμενη πειθαρχική ευθύνη της Προϊσταμένης του δικαστηρίου»  Προέδρου Εφετών, σηματοδοτεί   προσπάθεια εκφοβισμού  του συνόλου των  διοικητικών  δικαστών και επιτείνει τον προβληματισμό. 

Οι παραπάνω ερμηνευτικές  προσεγγίσεις  της πλειοψηφίας  της Ολομέλειας του Ανώτατου Δικαστηρίου, υποδηλώνουν, δυστυχώς, έλλειψη  αξιοπιστίας  και σεβασμού  προς το σώμα των διοικητικών  δικαστών, υπονομεύουν νομότυπα την ανεξαρτησία τους και υποβαθμίζουν την υψηλής συμβολικής αξίας εικόνα μιας ανεξάρτητης  δικαιοσύνης που έχει τη δυνατότητα  άσκησης των λειτουργικών της δικαιωμάτων. Χωρίς, δε, να αποτελούν πρόσφορο μέσο επιτάχυνσης των δικών, απομακρύνουν τους δικαστές από τη διαχείριση των θεμάτων που αφορούν στην εσωτερική οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων στα οποία υπηρετούν˙  θέματα, που μόνο οι ίδιοι είναι σε θέση να γνωρίζουν.  Κυρίως, όμως,  αρνητική συνθήκη  για τη λυσιτελή λειτουργία  των δικαστηρίων αποτελεί η εκφρασθείσα στις παραπάνω αποφάσεις και εντεινόμενη τελευταίως τάση που προτάσσει  την ανάγκη επιτάχυνσης των δικών, με ενιαία, μάλιστα, κριτήρια για όλα τα δικαστήρια της Χώρας,  αποκλείοντας  την ενσωμάτωση ποιοτικών  παραμέτρων,   που συνδέονται με τη  δυσκολία των  υποθέσεων,  τις εξατομικευμένες ανάγκες του κάθε δικαστηρίου και, ιδίως, τα όρια αντοχής των δικαστών που είναι την ίδια στιγμή και όρια ασφαλείας του συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Στο πνεύμα αυτό, ρυθμίσεις που «ακυρώνουν» το δικαίωμα του δικαστή να ασθενήσει ή να αναρρώσει, που δίνουν τη δυνατότητα επαχθέστατης χρεώσής του με βάση τη ρήτρα της «ομοιότητας» των υποθέσεων,αλλα και της επιπλέον χρέωσης  σε περίπτωση αποχής των δικηγόρων από τις δίκες, δύνανται να ανατρέψουν πλήρως την ήδη οριακή ροή της δικαστηριακής εργασίας, να καταστήσουν «μάζα» προς διεκπεραίωση τις διαφορές που άγονται προς επίλυση, και, εν τέλει, να αδρανοποιήσουν εν τοις πράγμασι το δικαστικό σθένος, που τόσο απαραίτητο είναι στις μέρες μας.

Εάν, δε, στον εσωτερικό οργανωτικό χάρτη της διοικητικής δικαιοσύνης, που είναι  ιεραρχικά διαρθρωμένη από δικαστές διαφορετικών κλάδων,(βλ.Ολομ. Σ.τ.Ε 643/2004) προστεθεί το γεγονός ότι ουδείς τακτικός διοικητικός δικαστής συμμετέχει, με αποφασιστική ψήφο, στη σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, μολονότι αυτό αποφασίζει επί ζητημάτων υπηρεσιακής κατάστασης των οικείων δικαστών, καθίσταται σαφές το διάχυτο δημοκρατικό έλλειμμα. 

Ενόψει των δεδομένων αυτών, και ιδίως της προεκτεθείσας δυσμενούς εξέλιξης στο ζήτημα των Κανονισμών Εσωτερικής Υπηρεσίας των δικαστηρίων, που σηματοδοτεί την αποκρυστάλλωση συνθηκών δημοσιοϋπαλληλικής  υπηρεσιακής ιεραρχίας στο δικαστικό σώμα, η Ένωση Διοικητικών Δικαστών εκφράζει τη βαθύτατη ανησυχία της για τις άμεσες και βαθύτερες επενέργειες της τάσης αυτής για τη δικαστική ανεξαρτησία. Με εδραία δε την πεποίθηση ότι το ελεύθερο φρόνημα και ο αλληλοσεβασμός πρέπει να υφίστανται, πρώτα, πίσω από τα δικαστικά έδρανα, ώστε να είναι δυνατόν να διατρέξουν την ουσιαστική δικαστική κρίση, καλεί όλους τους παράγοντες της Δικαιοσύνης να αναλογιστούν τα παραπάνω και να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Το πιο σημαντικό  όμως     είναι ο κάθε δικαστικός λειτουργός, ευρισκόμενος σε διαρκή εγρήγορση, να μην επιτρέψει να καμφθεί το φρόνημά του, και, τόσο ατομικά, όσο και διά των συλλογικών, δικαστικών και διοικητικών διαδικασιών, να συνεχίσει να διαμορφώνει και να εκφράζει ελεύθερα τη σύμφωνη με τη συνείδηση και το νόμο γνώμη του.  

              

ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ            Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΔΑΚΗ              ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΚΑΦΦΕΣ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ                     ΕΦΕΤΗΣ