• slide2
  • slide3
  • slide1
  • slide

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Πανελλήνιο Συνέδριο Λάρισας 7-8/10/2016

 Αριθμός 89/2013

To κατά το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος

Ειδικό Δικαστήριο

-----------------------------

Αποτελούμενο από τους: Ειρήνη Σαρπ, Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, κωλυομένων του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και των αρχαιοτέρων της Αντιπροέδρων, Πρόεδρο, Διονύσιο ΐνίαρινάκη, Σύμβουλο της Επικρατείας, αναπληρωματικό μέλος, κωλυομένου του τακτικού μέλους Ευαγγελίας Νίκα, Συμβούλου Επικρατείας, Αγγελική ΐνίαυρουδή, Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τακτικό μέλος, Φίλιππο Σπυρόπουλο, Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, αναπληρωματικό μέλος, κωλυομένου του τακτικού μέλους Χαράλαμπου Παμπούκη, Καθηγητή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Δήμητρα Παπαδοπούλου, Καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, αναπληρωματικό μέλος, κωλυομένου του τακτικού μέλους Αδάμ Παπαδαμάκη, Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Νικόλαο Ιντζεσίλογλου, Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αναπληρωματικό μέλος, κωλυομένου του τακτικού μέλους Παρασκευά Αρβανιτάκη, Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Φώτιο-Δημήτριο Κρεμμύδα και Παναγιώτη Βασιλακόπουλο, Δικηγόρους, τακτικά μέλη, Ιωάννη Δρυλλεράκη, Δικηγόρο, τακτικό μέλος. Γραμματέας η Μαριάνθη Παπασαράντη, Προϊσταμένη της Διεύθυνσης της Γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Συμβουλίου της Επικρατείας την 1ης Οκτωβρίου 2013 για να δικάσει την από 8 Φεβρουαρίου   2013   προσφυγή   που    κατατέθηκε ενώπιον της Γραμματείας του Ειδικού Δικαστηρίου στις 11 Φεβρουαρίου 2013 με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 69.

Τ η ς Παναγιώτας Βατικάλου, Πρωτοδίκη, κατοίκου Χανίων Κρήτης, οδός Αγοραστάκη 24.

Κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπουμένου από τον Προϊστάμενο ΑΟΥ (Α'-Β' Χανίων) - Κισσάμου, ο οποίος παρέστη με τον Θεόδωρο Ψυχογιό, Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και τη Δέσποινα Γάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη, άκουσε τον εισηγητή της υπό κρίση προσφυγής, Διονύσιο Μαρινάκη   και

Αφού   μελέτησε   τα   σχετικά έγγραφα 

Σκέφθηκε κατά το  Νόμο

1. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η προσφεύγουσα δικαστική λειτουργός, Πρωτοδίκης Πολιτικών Δικαστηρίων, με την υπ’ αριθ. πρωτ. 108904/31.12.2012 αίτησή της προς την Δ.Ο.Υ. (Α΄ - Β’  Χανίων) – Κισσάμου προέβη σε ανάκληση των δηλώσεών της φορολογίας εισοδήματος των οικονομικών ετών 2008-2012 (διαχειριστικές περίοδοι 2007-2011), για το λόγο ότι δεν εφαρμόσθηκαν επί των αποδοχών της ως δικαστικής λειτουργού οι φορολογικές απαλλαγές που ισχύουν επί της βουλευτικής αποζημιώσεως, αφ’ ενός βάσει του άρθρου 36 παρ. 2 του ν. 3016/2002 και αφ’ ετέρου βάσει της υπ’ αριθ. 1072374/1223/Α0012/23.7.2001 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών. Ειδικότερα, ζήτησε να αφαιρεθεί από το εκάστοτε συνολικό ποσό των υποβληθεισών σε φόρο εισοδήματος αποδοχών της αφ’ ενός ποσό ίσο με το 25% του αντίστοιχου ετήσιου συνολικού ακαθαρίστου ποσού αυτών και αφ’ ετέρου ποσό 10.560 ευρώ, άλλως ποσό ίσο με το εκάστοτε πράγματι καταβληθέν ετησίως σε αυτήν ποσό αντισταθμιστικού επιδόματος, να γίνει νέα εκκαθάριση του οφειλομένου φόρου εισοδήματος και να της επιστραφεί ο αχρεωστήτως, κατ’ αυτήν, καταβληθείς φόρος εισοδήματος. Επιπλέον, ειδικώς όσον αφορά στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2012 (χρήση 1.1-31.12.2011), η προσφεύγουσα ζήτησε να της επιστραφεί το ποσό της επιβληθείσης με το άρθρο 38 παρ. 2 εδ. α΄ του ν. 3986/2011 ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την αντιμετώπιση της ανεργίας, με την οποία είχαν επιβαρυνθεί οι αποδοχές της, επικουρικώς δε να υπολογισθεί η εν λόγω εισφορά όχι επί των ακαθαρίστων προ φόρου ετησίων αποδοχών της, αλλά επί των αντίστοιχων καθαρών, και να της επιστραφεί η διαφορά. Τέλος, η προσφεύγουσα ζήτησε και για τα επόμενα οικονομικά έτη 2013 και εφεξής να αφαιρούνται από το εκάστοτε ετήσιο συνολικό ποσό των υποβαλλομένων σε φόρο εισοδήματος αποδοχών της τα προαναφερθέντα ποσά (25% του ετησίου ακαθαρίστου ποσού των αποδοχών της και ποσό 10.560 ευρώ ή ποσό ίσο με το ετησίως καταβαλλόμενο σε αυτήν αντισταθμιστικό επίδομα), καθώς και να μην παρακρατείται από τις αποδοχές της η ανωτέρω εισφορά ή, επικουρικώς, να υπολογίζεται μόνον επί των καθαρών αποδοχών της. Η ανωτέρω αίτηση της προσφεύγουσας απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 216/4.1.2013 πράξη της Προϊσταμένης της προαναφερθείσης Δ.Ο.Υ., με την αιτιολογία ότι οι διατάξεις που εισάγουν φορολογικές απαλλαγές ή εξαιρέσεις είναι στενώς ερμηνευτέες και δεν επιδέχονται διασταλτική ερμηνεία ή ανάλογη εφαρμογή και ότι, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, και ιδίως το άρθρο 45 παρ. 1 αυτού, κάθε περιοδικώς χορηγούμενη παροχή αποτελεί φορολογητέο εισόδημα, οι δε παροχές που δεν υπόκεινται σε φόρο αναφέρονται περιοριστικώς στην παρ. 4 του ανωτέρω άρθρου 45 και στο άρθρο 6 παρ. 5 του ίδιου ως άνω Κώδικα. Περαιτέρω, στην ανωτέρω πράξη αναφέρεται, προφανώς ενόψει του ότι η υποβληθείσα από την προσφεύγουσα αίτηση αφορούσε και την ανάκληση των δηλώσεων φόρου εισοδήματος και των οικονομικών ετών 2008 και 2009 (χρήσεων 2007 και 2008), ότι η κατά του Δημοσίου απαίτηση προς επιστροφή φόρου παραγράφεται μετά τριετία από την ημερομηνία της εμπρόθεσμης υποβολής της φορολογικής δηλώσεως. Με το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, το οποίο χαρακτηρίζει «προσφυγή – φορολογικό αίτημα αρνητικού αναγνωριστικού χαρακτήρα», η προσφεύγουσα ζητεί α) να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. 216/4.1.2013  πράξη  της Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ. (Α΄- Β΄ Χανίων) - Κισσάμου, κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε η από 31.12.2012  αίτησή  της περί ανακλήσεως  των δηλώσεών της φόρου εισοδήματος οικονομικών ετών 2010, 2011 και 2012 (χρήσεων 2009, 2010 και 2011), β) να γίνει δεκτή η αίτηση ανακλήσεως των εν λόγω δηλώσεων, γ) να χωρήσει, με τροποποίηση των οικείων εκκαθαριστικών σημειωμάτων, επανεκκαθάριση του οφειλομένου για τα ανωτέρω έτη φόρου εισοδήματος, αφού αφαιρεθεί από το εκάστοτε ετήσιο συνολικό ποσό των υποβληθεισών σε φόρο αποδοχών της ποσό ίσο με το 25% αυτών, καθώς και ποσό 10.560 ευρώ ή, επικουρικά, ποσό ίσο με το εκάστοτε πράγματι καταβληθέν σε αυτήν ετησίως ποσό αντισταθμιστικού επιδόματος, και δ) να επιστραφεί σ’ αυτήν, νομιμοτόκως από την κατάθεση της αιτήσεως ανακλήσεως, άλλως από της επιδόσεως της προσφυγής, ο αχρεωστήτως, κατά τους ισχυρισμούς της, καταβληθείς για τα ανωτέρω έτη φόρος εισοδήματος. Περαιτέρω, όσον αφορά στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2012, η προσφεύγουσα ζητεί επιπλέον την επιστροφή, νομιμοτόκως από την κατάθεση της αιτήσεως ανακλήσεως, άλλως από της επιδόσεως της προσφυγής, του ποσού της επιβληθείσης στις οικείες ετήσιες αποδοχές της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την αντιμετώπιση της ανεργίας του άρθρου 38 παρ. 2 εδ. α΄ του ν. 3986/2011, για το λόγο ότι αφ’ ενός μεν, κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, επιβλήθηκε μόνον σε βάρος των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα και όχι και στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα και αφ’ ετέρου, κατά παράβαση των άρθρων 43 παρ. 2 εδ. β΄ και 78 παρ. 1 του Συντάγματος, επιβλήθηκε στους δικαστικούς λειτουργούς κατ’ εφαρμογήν της υπ’ αριθ. 2/57654/0022/22.8.2011 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών∙ επικουρικώς δε η προσφεύγουσα ζητεί, εφ’ όσον ήθελε κριθεί νόμιμη κατ’ αρχήν η επιβολή της ανωτέρω εισφοράς επί των αποδοχών της από την άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος, να της επιστραφεί ως αχρεωστήτως καταβληθέν το ποσό της εκ της ως άνω εισφοράς επιβαρύνσεως, που προέκυψε λόγω του υπολογισμού αυτής επί των ακαθαρίστων προ φόρου ετησίων αποδοχών της και όχι επί των καθαρών. Τέλος, η προσφεύγουσα ζητεί να αναγνωρισθεί για το οικονομικό έτος 2013 (χρήση 2012) και τα επόμενα οικονομικά έτη α) ότι από το εκάστοτε ετήσιο συνολικό ποσό των υποβαλλομένων σε φόρο εισοδήματος αποδοχών της δεν οφείλεται φόρος αφ’ ενός για ποσό 10.560 ευρώ ή, επικουρικά, για ποσό ίσο με το εκάστοτε πράγματι καταβαλλόμενο σε αυτήν ετησίως ποσό αντισταθμιστικού επιδόματος, και αφ’ ετέρου για ποσό ίσο με το 25% των ανωτέρω αποδοχών της και β) ότι δεν οφείλεται και, ως εκ τούτου, να παύσει να παρακρατείται από τις αποδοχές της η προβλεπομένη από το άρθρο 38 παρ. 2 εδ. α΄ του ν. 3986/2011 ειδική εισφορά αλληλεγγύης για την αντιμετώπιση της ανεργίας.

2. Επειδή, για το κρινόμενο ένδικο βοήθημα έχει καταβληθεί παράβολο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 277 παρ. 3 και 4 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ήδη ισχύουν, ο οποίος είναι εν προκειμένω εφαρμοστέος κατά το άρθρο 9 του διέποντος το παρόν Δικαστήριο ν. 3038/2002 (υπ’ αριθ. 1555478/12.2.2013 και 4997885/27.9.2013 διπλότυπα εισπράξεως Δ.Ο.Υ. Χανίων).

3. Επειδή, το άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο περιλαμβάνεται στις μη υποκείμενες σε αναθεώρηση συνταγματικές διατάξεις, σύμφωνα με το άρθρο 110 παρ. 1 του Συντάγματος, ορίζει ότι «1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. 3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια …». Περαιτέρω, το Σύνταγμα, εξειδικεύοντας, προκειμένου περί της δικαστικής λειτουργίας, τις αρχές που συνάγονται από την ανωτέρω θεμελιώδη διάταξη του άρθρου 26, ορίζει στο μεν άρθρο 87 ότι «1. Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία. 2. Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος. 3. …», στο δε άρθρο 88 παρ. 2, όπως αντικαταστάθηκε με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (ΦΕΚ Α΄ 87), ότι «Οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους. Τα σχετικά με τη βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη και με την κατάστασή τους γενικά καθορίζονται με ειδικούς νόμους. Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 94, 95 και 98, διαφορές σχετικά με τις κάθε είδους αποδοχές και τις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών και εφόσον η επίλυση των σχετικών νομικών ζητημάτων μπορεί να επηρεάσει τη μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων, εκδικάζονται από το ειδικό δικαστήριο του άρθρου 99. Το δικαστήριο στις περιπτώσεις αυτές συγκροτείται με τη συμμετοχή ενός επιπλέον τακτικού καθηγητή και ενός επιπλέον δικηγόρου, όπως νόμος ορίζει. …».

4. Επειδή, εξ άλλου, ο ν. 3038/2002 «Για την επίλυση των διαφορών του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 180), που εκδόθηκε σε εκτέλεση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, ορίζει στο άρθρο 4 ότι «Στο Ειδικό Δικαστήριο που προβλέπεται με το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος υπάγονται οι διαφορές που αναφέρονται σε κάθε είδους αποδοχές και συντάξεις των δικαστικών λειτουργών και του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εφόσον η επίλυση των σχετικών νομικών ζητημάτων μπορεί να επηρεάσει τη μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων» και στο άρθρο 5 ότι «1. Το Ειδικό Δικαστήριο εάν κρίνει ότι δεν έχει δικαιοδοσία παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή το Ελεγκτικό Συνέδριο. Η παραπεμπτική απόφαση είναι δεσμευτική για το δικαστήριο στο οποίο γίνεται η παραπομπή. 2. Το τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή το Ελεγκτικό Συνέδριο, εάν κρίνει ότι στη διαφορά που έχει εισαχθεί απευθείας σε αυτό ανακύπτουν νομικά ζητήματα, η επίλυση των οποίων μπορεί να επηρεάσει τη μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων, παραπέμπει τη διαφορά αυτή στο Ειδικό Δικαστήριο. …». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ερμηνευομένων εν όψει του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, στη δικαιοδοσία του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου υπάγονται οι σχετικές με κάθε είδους αποδοχές και συντάξεις των δικαστικών λειτουργών διαφορές, εφ’  όσον η επίλυση των οικείων νομικών ζητημάτων αφορά ειδικά στους δικαστικούς λειτουργούς και μπορεί ταυτόχρονα να επηρεάσει την μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρυτέρου  κύκλου των προσώπων αυτών. Αντιθέτως, δεν υπάγονται στην δικαιοδοσία του Ειδικού Δικαστηρίου μισθολογικές και συνταξιοδοτικές διαφορές δικαστικών λειτουργών, στις οποίες ανακύπτουν ζητήματα που αφορούν και άλλες κατηγορίες υπαλλήλων ή συνταξιούχων του Δημοσίου. Και τούτο διότι, όταν το αρμόδιο τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή το Ελεγκτικό Συνέδριο εκδικάζει όμοια με τα εγειρόμενα ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου νομικά ζητήματα που αφορούν και σε άλλους υπαλλήλους ή συνταξιούχους του Δημοσίου, πλην των δικαστικών λειτουργών, ενδέχεται να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις για το ίδιο νομικό ζήτημα, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άρσεως της σχετικής αμφισβητήσεως (βλ. ιδία τις υπ’ αριθ. 8/2013, 109/2012, 61, 62/2011,  11/2010 και 165/2008 αποφάσεις του παρόντος  Ειδικού Δικαστηρίου, επίσης τις υπ’ αριθ. 5/2012, 121, 110, 781/2007 κ.ά. αποφάσεις του αυτού Δικαστηρίου).

5. Επειδή, το παρόν Ειδικό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της προκειμένης διαφοράς, κατά το μέρος που αφορά το νομικό ζήτημα της εφαρμογής και επί των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών φορολογικών απαλλαγών που ισχύουν για την βουλευτική αποζημίωση,  διότι η επίλυση του νομικού αυτού ζητήματος μπορεί να επηρεάσει την φορολογική κατάσταση του συνόλου των δικαστικών λειτουργών.  Περαιτέρω το παρόν Ειδικό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της προκειμένης διαφοράς και κατά το μέρος που εξ αυτής αναφύεται το νομικό ζήτημα,  εάν οι δικαστικοί λειτουργοί,  «οι οποίοι», κατά το δικόγραφο της προσφυγής (βλ. σελ. 11), «είναι άμεσα όργανα του κράτους με ευθεία συνταγματική κατοχύρωση και φορείς συντεταγμένης εξουσίας, σε αντίθεση με τους δημόσιους υπαλλήλους, οι οποίοι είναι έμμεσα όργανα κρατικά όργανα», περιλαμβάνονται, κατά την έννοια του άρθρου  38 παρ.2 εδ. α΄ του ν. 3986/2011,  στους  μισθοδοτουμένους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ, των ΟΤΑ  κλπ.,  στις αποδοχές των οποίων επιβλήθηκε με το ανωτέρω άρθρο ειδική εισφορά αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας.  Αντιθέτως, τα λοιπά ζητήματα που τίθενται με την υπό κρίση προσφυγή αναφορικά με την έκταση της φορολογικής βάσεως της επίμαχης εισφοράς αλληλεγγύης (εάν δηλαδή επιβάλλεται επί των καθαρών ή των ακαθαρίστων αποδοχών), καθώς και την συμφωνία ή μη της διατάξεως του άρθρου  38 παρ. 2 εδ. α΄ του ν. 3986/2011 προς το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ως εκ της μη επιβολής της επίδικης εισφοράς και στις αποδοχές των υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα, δεν σχετίζονται με τις ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις για την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και τη συνακόλουθη ιδιαίτερη μισθολογική και συνταξιοδοτική μεταχείριση που επιφυλάσσει γι’ αυτούς το Σύνταγμα. Συνεπώς, το παρόν Ειδικό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της παρούσης υποθέσεως ως προς τα ζητήματα αυτά, αρμόδια δε είναι τα διοικητικά δικαστήρια. 

6. Επειδή, με την παρ. 5 του άρθρου 5 του προαναφερθέντος ν. 3038/2002  επετράπη η άσκηση ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος «ενδίκου βοηθήματος αρνητικού αναγνωριστικού χαρακτήρα», προκειμένου, κατά την οικεία εισηγητική έκθεση, η πρόσβαση στο εν λόγω δικαστήριο να είναι ανοικτή σε όλα τα μέρη, δηλαδή και στο Δημόσιο. Από τα αναφερόμενα στην εν λόγω εισηγητική έκθεση και από τις λοιπές προπαρασκευαστικές εργασίες για την ψήφιση του ανωτέρω νόμου δεν συνάγεται ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να παρασχεθεί στους δικαστικούς λειτουργούς, επί πλέον των προβλεπομένων στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ενδίκων βοηθημάτων, η δυνατότητα υποβολής ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου φορολογικών αιτημάτων αρνητικού αναγνωριστικού χαρακτήρα, υπό την έννοια ενός, προληπτικού τρόπον τινά χαρακτήρος, ενδίκου βοηθήματος με αντικείμενο την αναγνώριση υποχρεώσεως των φορολογικών αρχών να υπολογίζουν τον φόρο και στο μέλλον όπως κρίθηκε στο πλαίσιο διαφοράς αφορώσης συγκεκριμένο οικονομικό έτος, εν όψει, άλλωστε, του ότι η σκοπιμότητα ενός τέτοιου βοηθήματος θα προϋπέθετε ότι θα εξακολουθούσε να ισχύει και στο μέλλον ο ερμηνευθείς από το Ειδικό Δικαστήριο νόμος, άλλως η σχετική απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου θα είχε τον χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως, χρήσιμης ενδεχομένως μόνον για να καθοδηγήσει τα όργανα της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας ως προς μελλοντικές ενέργειές τους. Οι δικαστικοί λειτουργοί,  φορολογούμενοι, έχουν, προς επίλυση των αναφυομένων νομικών ζητημάτων ως προς την ισχύ, την ερμηνεία και την εφαρμογή φορολογικών διατάξεων,  βάσει του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, δικαίωμα προσφυγής κατά των οικείων πράξεων των φορολογικών αρχών και, συνακόλουθα,  μέσω της εν λόγω προσφυγής, στην περίπτωση που τα τιθέμενα ζητήματα αφορούν ευρύτερο κύκλο δικαστικών λειτουργών, πρόσβαση στο παρόν Ειδικό Δικαστήριο. 

7. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, το κρινόμενο ένδικο βοήθημα πρέπει να απορριφθεί, κατά το μέρος που με αυτό υποβάλλεται “φορολογικό αίτημα αρνητικού αναγνωριστικού χαρακτήρα” με αντικείμενο την αναγνώριση της υποχρεώσεως της οικείας φορολογικής αρχής να προσδιορίζει καθ’ ορισμένο τρόπο το φόρο εισοδήματος που θα οφείλει η προσφεύγουσα για τις αποδοχές της από την άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος κατά τα επόμενα της ασκήσεως της προσφυγής οικονομικά έτη με τις απαλλαγές που προβάλλει ότι δικαιούται η προσφεύγουσα ως δικαστική λειτουργός και χωρίς την προαναφερθείσα εισφορά.

8. Επειδή, από τις παρατεθείσες στην τρίτη σκέψη συνταγματικές διατάξεις προκύπτουν τα εξής : Το άρθρο 26 του Συντάγματος καθιερώνει ευθέως την αρχή της διακρίσεως των τριών λειτουργιών (νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής), τις οποίες θεωρεί ισοδύναμες και ισότιμες, αφού μόνον δια της ισοδυναμίας και της ισοτιμίας αυτών επιτυγχάνεται η πραγματική και αποτελεσματική διάκριση αυτών, η οποία αποτελεί το βάθρο της οργανώσεως και λειτουργίας της ενιαίας κρατικής εξουσίας και του Κράτους Δικαίου. Ειδικώς, για τη δικαστική λειτουργία καθιερώνεται, με τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, ως ουσιώδες χαρακτηριστικό της, η ανεξαρτησία της, η οποία αποτελεί ταυτοχρόνως και το κύριο στοιχείο που την καθιστά ισότιμη και ισοδύναμη προς τις άλλες δύο λειτουργίες. Προς εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας, το Σύνταγμα αναγνωρίζει, ευθέως και ρητώς με το άρθρο 87 παρ. 2 αυτού, λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία στους δικαστές που συγκροτούν τα δικαστήρια και ταυτίζει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης (και δι’ αυτής την ισοτιμία της με τις άλλες δύο λειτουργίες, μέσω της οποίας πραγματοποιείται, αποτελεσματική διάκριση των λειτουργιών) προς την ανεξαρτησία των δικαστών. Εγγύηση προς εξασφάλιση της τελευταίας αυτής θεωρείται, κατά την έννοια του άρθρου  26 του Συντάγματος, και η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστικών λειτουργών, την οποία το Σύνταγμα στη συνέχεια καθιερώνει ευθέως και ρητώς στο άρθρο 88 παρ. 2 αυτού, επιτάσσοντας την χορήγηση σε αυτούς αποδοχών αναλόγων προς το λειτούργημά τους, δηλαδή προς την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας, και, συνεπώς, λόγω της ισοτιμίας της λειτουργίας αυτής προς τις λοιπές δύο, αποδοχών όχι κατωτέρων των αποδοχών των αντιστοίχων προς τους δικαστικούς λειτουργούς οργάνων των άλλων δύο λειτουργιών. Από τα ανωτέρω έπεται ότι χορήγηση σε όργανα των άλλων δύο λειτουργιών (νομοθετικής και εκτελεστικής) αποδοχών, που είναι μεγαλύτερες από τις χορηγούμενες στα αντίστοιχα όργανα της δικαστικής εξουσίας (δηλαδή στους δικαστικούς λειτουργούς), παραβιάζει ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος. Η παραβίαση των εν λόγω συνταγματικών διατάξεων με την χορήγηση αποδοχών σε όργανα των άλλων δύο λειτουργιών του Κράτους μεγαλύτερων από τις χορηγούμενες στους δικαστικούς λειτουργούς αποδοχές έχει ως συνέπεια την κατ’ ευθείαν εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 26, σε συνδυασμό με τις εξειδικεύουσες το εν λόγω άρθρο διατάξεις των άρθρων 88 παρ. 2 και 87 παρ. 1 του Συντάγματος, αναβάθμιση των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, με την χορήγηση και σε αυτούς, με τον ίδιο τρόπο, των ίδιων συνολικών καθαρών αποδοχών με τις αποδοχές των ως άνω οργάνων των άλλων δύο λειτουργιών. Ως αποδοχές δε νοούνται οι καθαρές αποδοχές που χορηγούνται σε όργανα των άλλων δύο λειτουργιών του Κράτους με οποιοδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της θεσπίσεως ιδιαίτερης φορολογικής μεταχειρίσεώς των, όπως π.χ. με την χορήγηση φορολογικών απαλλαγών στη φορολογία εισοδήματος (πρβλ. 3670/1994 Σ.τ.Ε. Ολομελείας και  13, 21/2006, 1/2005 του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου).

9. Επειδή, εξ άλλου, το άρθρο 63 του Συντάγματος ορίζει στην μεν παρ. 1 ότι "Οι βουλευτές για την άσκηση του λειτουργήματός τους δικαιούνται από το Δημόσιο αποζημίωση και δαπάνες. Το ύψος τους καθορίζεται με  απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής", στην παρ. δε 2  ότι "οι βουλευτές απολαμβάνουν συγκοινωνιακή,  ταχυδρομική και τηλεφωνική ατέλεια, που η έκτασή της  καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής".   Με την από 22.12.1964 απόφαση της Βουλής  (συνεδρίαση ΚΔ΄ της 22.12.1964), κατ’ εφαρμογή του  άρθρου 75 του Συντάγματος του έτους 1952,  αντίστοιχου προς το ως άνω άρθρο 63 του ισχύοντος  Συντάγματος, ορίσθηκε ότι «η μηνιαία βουλευτική   αποζημίωσις είναι ίση προς το σύνολον των μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης   φύσεως παρεχομένων επιδομάτων και προσαυξήσεων) του Ανωτάτου δικαστικού λειτουργού», η απόφαση δε αυτή διατηρήθηκε σε ισχύ με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Ζ΄/1975 Ψηφίσματος της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α΄ 23), το οποίο, κατά την παρ. 2 του άρθρου 111 του ισχύοντος Συντάγματος, εξακολούθησε να ισχύει και κατά τις αντιτιθέμενες στο Σύνταγμα διατάξεις του,  επιτρεπομένης της τροποποιήσεως ή καταργήσεώς του δια νόμου. Με την παρ. 2 του άρθρου 1 του εν  λόγω Ψηφίσματος ορίσθηκε ότι «η βουλευτική αποζημίωσις καθορίζεται εις το εν τη προηγουμένη παραγράφω ποσόν, εν όψει των σημερινών περιστάσεων, προς κάλυψιν των δαπανών δια την άσκησιν του λειτουργήματος του Βουλευτού κατά το ήμισυ και δια την κάλυψιν των δαπανών διαβιώσεως αυτού κατά το έτερον ήμισυ», με τα άρθρα δε 2 και 3 του ίδιου Ψηφίσματος χορηγήθηκαν στους βουλευτές διάφορες απαλλαγές και ατέλειες άσχετες με τις αποδοχές τους για την άσκηση του λειτουργήματός τους (απαλλαγή από τα ταχυδρομικά τέλη, ατέλεια τηλεφωνικής και τηλεγραφικής επικοινωνίας, ατέλεια ελεύθερης μετακινήσεως δια σιδηροδρόμων, λεωφορείων, πλοίων και αεροπλάνων, οδοιπορικά έξοδα και αποζημίωση για μετακινήσεις στο εσωτερικό και το εξωτερικό, επίδομα για την οργάνωση και λειτουργία γραφείου κ.λπ.). Οι απαλλαγές και ατέλειες αυτές αναπροσαρμόσθηκαν ή διευρύνθηκαν με νεώτερα νομοθετήματα. Εξ άλλου, η παρ. 1 του άρθρου 5 του ανωτέρω Ψηφίσματος όριζε ότι «Εκ της βουλευτικής αποζημιώσεως, μετά την αφαίρεσιν των κατά το άρθρον 1 κρατήσεων [υπέρ του κόμματος, στο οποίο ανήκει ο βουλευτής, και υπέρ του Δημοσίου για υγειονομική περίθαλψη], το ήμισυ αυτής, θεωρούμενον ως εισόδημα εκ μισθωτών υπηρεσιών, υπόκειται εις φόρον αυτοτελώς επί τη βάσει της φορολογικής κλίμακος της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του Ν.Δ. 3323/1955 «περί φορολογίας του εισοδήματος», του ετέρου ημίσεος θεωρουμένου ως καλύπτοντος τας δαπάνας παραστάσεως, κινήσεως και επικοινωνίας του βουλευτού. …». Με την προαναφερθείσα υπ’ αριθ. 3670/1994 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκαν τα εξής : «… η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ζ/1975 Ψηφίσματος της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής, … με την οποία αυξήθηκε το καθαρό ποσό της βουλευτικής αποζημιώσεως δια της απαλλαγής από το φόρο του ημίσεος αυτής, που θεωρήθηκε ότι καλύπτει δαπάνες παραστάσεως, κινήσεως και επικοινωνίας των βουλευτών, οι οποίες όμως καλύπτονται δια των παροχών (απαλλαγών και ατελειών) των χορηγουμένων σ’ αυτούς κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 2 και 3 του Ψηφίσματος που ρυθμίζουν το θέμα των δαπανών των βουλευτών, ερμηνευόμενη ενόψει των οριζομένων στα άρθρα 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος και των αρχών που προκύπτουν από τα άρθρα αυτά, ήτοι των αρχών της διακρίσεως των λειτουργιών, της ισοδυναμίας και ισοτιμίας αυτών και της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας, και ενόψει της εξισώσεως, δια της ως άνω από 22.12.1964 αποφάσεως της Βουλής, της βουλευτικής αποζημιώσεως προς τις αποδοχές των ανωτάτων δικαστικών λειτουργών, είναι εφαρμοστέα και επί των αποδοχών τούτων, προς διαφύλαξη των ανωτέρω συνταγματικών αρχών, η εφαρμογή δε αυτή των αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεων του ανωτέρω Ψηφίσματος και στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, μη αποκλειόμενη από τις διατάξεις αυτές, δεν συνιστά άσκηση νομοθετικού έργου, κατά παράβαση του άρθρου 80 του Συντάγματος, διότι αποτελεί εφαρμογή κανόνων δικαίου, ήτοι των ως άνω διατάξεων του Ζ΄/1975 Ψηφίσματος και του Συντάγματος και όχι ανεπίτρεπτη θέσπιση νέων». Με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 2459/1997 (ΦΕΚ Α΄ 17) αντικαταστάθηκε το άρθρο 5 του προαναφερθέντος Ψηφίσματος και καταργήθηκε η προβλεπόμενη στην παρ. 1 αυτού απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος του ημίσεος της βουλευτικής αποζημιώσεως, προβλέφθηκε δε η αυτοτελής φορολόγηση αυτής. Ειδικότερα, με τη νεότερη αυτή διάταξη ορίσθηκε ότι «Το ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση από τη βουλευτική αποζημίωση, … των ποσών των κρατήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1, … θεωρείται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και φορολογείται αυτοτελώς με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 9 του ν. 2238/1994, εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρέωσης για το εισόδημα αυτό. …». Η κατάργηση δε αυτή της φορολογικής απαλλαγής του ημίσεος της βουλευτικής αποζημιώσεως είχε ως συνέπεια την κατάργηση της φορολογικής απαλλαγής του ημίσεος των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών. Στη συνέχεια με το άρθρο 36 παρ. 2 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α΄ 110) στην ανωτέρω παράγραφο 1 του άρθρου 5 του προαναφερθέντος Ψηφίσματος προστέθηκε εδάφιο, με το οποίο ορίσθηκαν τα εξής : «Κατά την εκκαθάριση του φόρου εισοδήματος από την αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία, από το ποσό του πρώτου εδαφίου αφαιρείται ποσό ίσο με το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του ακαθάριστου ποσού της βουλευτικής αποζημίωσης ως τεκμαρτό ποσό για την κάλυψη των δαπανών μίσθωσης πολιτικών γραφείων και λοιπών δαπανών άσκησης του λειτουργήματος. Το ποσοστό αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών». Με την προαναφερθείσα υπ’ αριθ. 21/2006 απόφαση του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου κρίθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 5 του Ζ΄/1975 Ψηφίσματος, όπως ίσχυαν μετά την αντικατάσταση του εν λόγω άρθρου με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 2459/1997, εφαρμόζονται και στους δικαστικούς λειτουργούς, με συνέπεια να υπόκεινται σε αυτοτελή φορολόγηση οι καταβαλλόμενες από το Δημόσιο στους δικαστικούς λειτουργούς αποδοχές, που προέρχονται από την άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος, οι οποίες πρέπει, κατά το Σύνταγμα, να είναι ανάλογες προς το λειτούργημά τους, προς το σκοπό της εξασφαλίσεως της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών και της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Με το άρθρο 5 παρ. 12 του ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α΄ 58) καταργήθηκαν οι διατάξεις της παραγράφου 1 του ανωτέρω άρθρου 5 του προαναφερθέντος Ψηφίσματος, εκτός των δύο τελευταίων εδαφίων, δηλαδή καταργήθηκαν οι διατάξεις που προέβλεπαν την αυτοτελή φορολόγηση της βουλευτικής αποζημιώσεως, αλλά παρέμειναν σε ισχύ οι διατάξεις που προέβλεπαν την απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος ποσοστού 25% του ακαθαρίστου ποσού της εν λόγω αποζημιώσεως. Η κατάργηση αυτή είχε ως συνέπεια ότι έπαυσε να ισχύει και για τους δικαστικούς λειτουργούς η αυτοτελής φορολόγηση των καταβαλλομένων σε αυτούς για την άσκηση του λειτουργήματός τους αποδοχών.

10. Επειδή, εξ άλλου, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου (βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 1072374/1223/Α0012/23.7.2001 πράξη του Υφυπουργού Οικονομικών και την υπ’ αριθ. 96/2002 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους), εν όψει του ότι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα από 22.12.1964 απόφαση της Βουλής η μηνιαία βουλευτική αποζημίωση είναι ίση προς το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών (συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως επιδομάτων) του ανωτάτου δικαστικού λειτουργού,  χορηγήθηκε στους βουλευτές αφορολόγητο ποσό ίσο προς το προβλεφθέν από το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2521/1997 για τους δικαστικούς λειτουργούς επίδομα για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη  διεκπεραίωση των υποθέσεων και για την αντιστάθμιση των δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους, και ειδικότερα για την δημιουργία και την ενημέρωση βιβλιοθήκης και την οργάνωση γραφείου. Επίσης, με την υπ’ αριθ. 57217/4313/2002 απόφαση του Προέδρου της Βουλής (ΦΕΚ Β΄ 1143) θεσπίσθηκε Ειδικός Κανονισμός Λειτουργίας Υπηρεσίας Γραφείων Βουλευτών, με τον οποίο ορίσθηκε ότι σκοπός της εν λόγω υπηρεσίας «είναι η στέγαση και λειτουργία γραφείων Βουλευτών που έχουν ιδιαίτερη ανάγκη προς τούτο» (άρθρο 1 παρ. 2), «για την άσκηση του ατομικού κοινοβουλευτικού έργου» τους (άρθρο 5 παρ. 4), ότι «τα γραφεία είναι πλήρως εξοπλισμένα για τη λειτουργία τους» (άρθρο 3 παρ. 1) και ότι «1. Οι δαπάνες λειτουργίας και συντηρήσεως των γραφείων, του εξοπλισμού τους και των εγκαταστάσεων των κτηρίων βαρύνουν τον Προϋπολογισμό της Βουλής. 2. Σε κάθε γραφείο υπάρχουν δύο αστικές τηλεφωνικές συνδέσεις που βαρύνουν τον προϋπολογισμό της Βουλής» (άρθρο 4).

11. Επειδή, η διάταξη του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ζ΄/1975 Ψηφίσματος, η οποία, προστεθείσα με το άρθρο 36 παρ. 2 του ν. 3016/2002, παρέμεινε σε ισχύ με το άρθρο 5 παρ. 12 του ν. 3842/2010, ερμηνευόμενη ενόψει των οριζομένων στο άρθρο 26 του Συντάγματος και των αρχών που προκύπτουν από το άρθρο αυτό, δηλαδή των αρχών της διακρίσεως των λειτουργιών, της ισοδυναμίας και της ισοτιμίας αυτών και της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας, και εξειδικεύονται περαιτέρω, ως προς την δικαστική λειτουργία, στα άρθρα 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος, είναι εφαρμοστέα και επί των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, προς διαφύλαξη των ανωτέρω συνταγματικών αρχών. Και τούτο διότι με την ανωτέρω διάταξη αυξήθηκε πράγματι το καθαρό ποσό της βουλευτικής αποζημιώσεως με την απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος ποσοστού 25% αυτής, δοθέντος ότι ναι μεν η απαλλαγή αυτή αποβλέπει, κατά το γράμμα της, στην κάλυψη δαπανών μίσθωσης πολιτικών γραφείων και λοιπών δαπανών άσκησης του λειτουργήματος του βουλευτού, οι δαπάνες, όμως, αυτές, όπως συνάγεται από τα εκτεθέντα στις προηγούμενες δύο σκέψεις, καλύπτονται πράγματι όχι μόνον με τις παροχές που χορηγούνται στους  βουλευτές κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 2 (το οποίο   προβλέπει, στην παρ. 4, και επίδομα προς μερική αντιμετώπιση των δαπανών οργανώσεως και λειτουργίας γραφείου) και 3 του ανωτέρω Ψηφίσματος, αλλά και με την παραχώρηση σε αυτούς πλήρως εξοπλισμένου γραφείου και την παροχή σ’ αυτούς, ως τμήματος των αποδοχών τους, λόγω της εξισώσεως αυτών με τις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, του προβλεπομένου για τους τελευταίους αντισταθμιστικού επιδόματος για την δημιουργία και την ενημέρωση βιβλιοθήκης και την οργάνωση γραφείου. Η εφαρμογή δε της ανωτέρω διατάξεως και στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών δεν αποτελεί επέκταση ευνοϊκής φορολογικής διατάξεως κατ’ εφαρμογή της αρχής της ισότητας, ούτε συνιστά άσκηση νομοθετικού έργου εκ μέρους του δικαστή, κατά παράβαση του άρθρου 80 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι «Μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο». Τούτο δε διότι η εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως και στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών από την άσκηση του λειτουργήματός τους δεν αποτελεί θέσπιση νέων κανόνων δικαίου εκ μέρους του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου, αλλά άσκηση έργου ανατεθειμένου κατά το Σύνταγμα στα δικαστήρια και συνισταμένου στην ερμηνεία και εφαρμογή ισχυόντων κανόνων δικαίου, και συγκεκριμένα των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ζ/1975 Ψηφίσματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 36 παρ. 2 του ν. 3016/2002 και το άρθρο 5 παρ. 12 του ν. 3842/2010, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος. Άλλωστε, οι ανωτέρω διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ζ/1975 Ψηφίσματος, όπως ίσχυαν αρχικώς, προβλέπουσες παρόμοια φορολογική απαλλαγή με την ήδη ισχύουσα (απλώς σε μεγαλύτερο ποσοστό από το ήδη ισχύον και για την κάλυψη των «δαπανών παραστάσεως, κινήσεως και επικοινωνίας» των βουλευτών), καθώς και μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 2459/1997, με το οποίο προβλέφθηκε αυτοτελής φορολόγηση της βουλευτικής αποζημιώσεως, είχαν κριθεί, κατά τα προαναφερθέντα, με τις αποφάσεις, αντιστοίχως, 3670/1994 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και 21/2006 του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου, ως εφαρμοστέες και επί των δικαστικών λειτουργών, προς διαφύλαξη των προαναφερθεισών συνταγματικών αρχών της διακρίσεως των λειτουργιών, της ισοδυναμίας και της ισοτιμίας αυτών και της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας.

12. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, μη νομίμως με την προσβαλλόμενη πράξη της Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ. (Α΄- Β΄ Χανίων) – Κισσάμου απορρίφθηκε το αίτημα της προσφεύγουσας να αφαιρεθεί από το συνολικό ποσό των υποβληθεισών σε φόρο αποδοχών της ποσό ίσο με το 25% του ετησίου συνολικού ακαθαρίστου ποσού αυτών.

13. Επειδή, ως προς το ανωτέρω ζήτημα της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 1 του Ζ/1975 Ψηφίσματος, όπως ήδη ισχύει, κατά τον υπολογισμό των υποκειμένων σε φόρο εισοδήματος αποδοχών των δικαστικών λειτουργών διατυπώθηκαν οι εξής μειοψηφούσες γνώμες : Α) Τα μέλη του Δικαστηρίου Διονύσιος Μαρινάκης και Δήμητρα Παπαδοπούλου διατύπωσαν την εξής γνώμη : Με την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 3016/2002, με την οποία προστέθηκε εδάφιο στην παρ. 1 του άρθρου 5 του Ζ΄ Ψηφίσματος, προβλέπεται, βεβαίως, ότι κατά την εκκαθάριση του φόρου εισοδήματος από την αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία αφαιρείται από το ακαθάριστο ποσό της βουλευτικής αποζημιώσεως ποσό ίσο με το 25% της αποζημιώσεως αυτής ως τεκμαρτό ποσό για την κάλυψη των δαπανών μίσθωσης πολιτικών γραφείων και λοιπών δαπανών άσκησης του λειτουργήματος του Βουλευτού. Η πρόβλεψη, όμως, αυτή δεν αναφέρεται γενικώς μόνο στην κάλυψη δαπανών ασκήσεως του βουλευτικού λειτουργήματος, αλλά προεχόντως στην κάλυψη της δαπάνης μισθώσεως πολιτικών γραφείων (βλ. και την εισηγητική έκθεση του νόμου για την διάταξη αυτή), είναι δε κοινώς γνωστό ότι τουλάχιστον οι βουλευτές οι εκτός των εκλογικών περιφερειών Α΄ και Β΄ Αθηνών και Α΄ και Β΄ Πειραιώς χρειάζονται προς μίσθωση πολιτικά γραφεία περισσότερα του ενός. Η δαπάνη δε αυτή είναι ειδική και διαφοροποιείται επαρκώς από τις γενικές δαπάνες οργανώσεως γραφείου, όπως είναι η προμήθεια ηλεκτρονικών υπολογιστών, βιβλίων, περιοδικών και γραφικής ύλης, ως και από τις δαπάνες παραστάσεως, κινήσεως και επικοινωνίας των βουλευτών, για τις οποίες, κατά τη σχετική νομοθεσία, λαμβάνουν αντίστοιχα επιδόματα, και, με τα δεδομένα αυτά, η νομοθετική αυτή πρόβλεψη, δεν προσκρούει στις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 2 και 3, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος, με τις οποίες καθιερώνεται η αρχή της διακρίσεως των τριών λειτουργιών του Κράτους (νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής), τις οποίες, κατά τα ήδη κριθέντα με την υπ’ αριθ. 3670/1994 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, το Σύνταγμα θεωρεί ισοδύναμες και ισότιμες, μόνο δε δια της ισοδυναμίας και ισοτιμίας αυτών επιτυγχάνεται η πραγματική και αποτελεσματική διάκριση αυτών, η οποία αποτελεί το βάθρο της οργανώσεως και λειτουργίας της ενιαίας κρατικής εξουσίας και του Κράτους Δικαίου. Και δεν έρχεται σε αντίθεση με το Σύνταγμα υπό την προεκτεθείσα έννοια η εν λόγω νομοθετική πρόβλεψη, διότι ο δικαστής, ο οποίος λαμβάνει ειδικό επίδομα για την ταχύτερη διεκπεραίωση των υποθέσεων, καθώς και αντιστάθμισης δαπανών (δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης, οργάνωση γραφείου), το οποίο, ως φέρον αντισταθμιστικό χαρακτήρα, είναι αφορολόγητο (βλ. Σ.τ.Ε. 3150/1999 επταμελούς συνθέσεως), δεν έχει ανάγκη μισθώσεως γραφείου ενός ή και πλειόνων, όπως συμβαίνει με τους βουλευτές, σύμφωνα με τα εκτεθέντα. Με τα δεδομένα αυτά η ανωτέρω νομοθετική πρόβλεψη της αφαιρέσεως, δηλαδή, ποσού μέχρι το 25% από το ακαθάριστο ποσό της βουλευτικής αποζημιώσεως ως τεκμαρτό ποσό για την κάλυψη των ανωτέρω δαπανών και ιδίως της δαπάνης μισθώσεως γραφείων δεν έρχεται σε αντίθεση προς τις προεκτεθείσες συνταγματικές διατάξεις και ο σχετικός λόγος της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί. Β) Το μέλος του Δικαστηρίου Φίλιππος Σπυρόπουλος διατύπωσε την εξής γνώμη : Η διάταξη του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος επιφυλάσσει ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση στους δικαστές. Οι αποδοχές τους δεν επιτρέπεται, κατ’ αρχήν, να υπολείπονται των αποδοχών των λοιπών, υπό όμοιες συνθήκες τελούντων, λειτουργών και υπαλλήλων του Κράτους, συμπεριλαμβανομένων και των βουλευτών. Ως αποδοχές νοούνται οι πράγματι καταβαλλόμενες και απομένουσες μετ’ αφαίρεση του αναλογούντος φόρου, ανεξαρτήτως της ονομασίας τους ως βασικού μισθού, επιδόματος κλπ. και ανεξαρτήτως φορολογικών πλεονεκτημάτων ή πλεονεκτημάτων εξ άλλων ατελειών υπέρ των λοιπών, υπό όμοιες συνθήκες τελούντων, λειτουργών και υπαλλήλων του Κράτους, συμπεριλαμβανομένων και των βουλευτών. Υπό την έννοια αυτή οι πράγματι καταβαλλόμενες και απομένουσες μετ’ αφαίρεση του φόρου αποδοχές του ανωτάτου δικαστικού λειτουργού δεν επιτρέπεται να υπολείπονται του συνόλου των πράγματι καταβαλλομένων αποζημιώσεων κλπ. στους βουλευτές. Διατάραξη της μισθολογικής ισορροπίας, υπό την ανωτέρω έννοια, εις βάρος των δικαστών είναι αντισυνταγματική. Αντίκειται τόσο στη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος όσο και στην αρχή της ισότητας. Η αντισυνταγματικότητα όμως αυτή δεν μπορεί να αρθεί με δικαστική απόφαση που θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των νόμω καθορισμένων αποδοχών των δικαστών, είτε ευθέως είτε δια της επεκτάσεως σε αυτούς φορολογικών απαλλαγών, ατελειών κλπ. των βουλευτών. Τούτο διότι αφ’ ενός μεν βάσει της διατάξεως του άρθρου 80 παρ. 1 του Συντάγματος μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους (ο οποίος δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο) ούτε παρέχεται χωρίς νόμο, αφ’ ετέρου δε βάσει της διατάξεως του άρθρου 78 παρ. 1 σε συνδυασμό με την παρ. 4 του Συντάγματος οι φορολογικές απαλλαγές ή εξαιρέσεις καθορίζονται με τυπικό νόμο, ο οποίος ως εισάγων εξαιρετικό δίκαιο (αδιακρίτως αν αυτό ανταποκρίνεται ή μη στην αρχή της ισότητας) δεν επιδέχεται διασταλτική ερμηνεία ούτε ανάλογη εφαρμογή. Επομένως η σχετική αρμοδιότητα καθορισμού παντός μισθού, συντάξεως κλπ. και φορολογικών απαλλαγών ή εξαιρέσεων ανήκει αποκλειστικώς και μόνο στον νομοθέτη. Δεν ανήκει στον δικαστή. Ο νομοθέτης πρέπει πάντως να σέβεται τον ανωτέρω συνταγματικό κανόνα της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως των δικαστών καθώς και τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Αν τους παραβιάσει υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, κατ’ άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος, ο οποίος όμως οφείλει να αρκείται στη διαπίστωση της παραβιάσεως. Δεν επιτρέπεται να καταλήγει σε επέκταση ευμενέστερων μισθολογικών ή φοροαπαλλακτικών ρυθμίσεων άλλων λειτουργών ή υπαλλήλων του Κράτους στους δικαστές ούτε να αναβιώνει ευμενέστερες για τους δικαστές μισθολογικές ή φοροαπαλλακτικές ρυθμίσεις προγενεστέρων νόμων. Τούτο διότι οι διατάξεις των άρθρων 80 παρ. 1 και 78 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος είναι ειδικότερες σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος, βάσει της οποίας, αν ο νόμος κριθεί αντισυνταγματικός, δεν εφαρμόζεται και αντ’ αυτού εφαρμόζεται είτε το Σύνταγμα απ’ ευθείας, δηλαδή η αρχή της ισότητας επεκτατικώς, είτε ο προγενέστερος νόμος, ο οποίος αναβιώνει. Ως ειδικότερες, οι διατάξεις των άρθρων 80 παρ. 1 και 78 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος κατισχύουν της γενικότερης διατάξεως του άρθρου 93 παρ. 4. Συνέπεια της δικαστικής διαπιστώσεως ότι η ρύθμιση των μισθών των δικαστών και η μη παροχή φοροαπαλλαγών που παρέχονται σε άλλους, υπό όμοιες συνθήκες τελούντες, υπαλλήλους ή λειτουργούς των άλλων δύο εξουσιών του Κράτους, συμπεριλαμβανομένων και των βουλευτών, αντίκειται στο Σύνταγμα, διότι το ύψος των πράγματι καταβαλλομένων αποδοχών τους υπολείπεται του δέοντος, είναι, κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, ότι η διοίκηση υπέχει υποχρέωση συμμορφώσεως στη δικαστική αυτή διαπίστωση. Οφείλει επομένως να μην εφαρμόζει τον αντισυνταγματικό νόμο, δηλαδή οφείλει να περικόπτει τις προνομιακές και άνισες αποδοχές των άλλων οργάνων των άλλων δύο εξουσιών και να μην εφαρμόζει επ’ αυτών τις φοροαπαλλακτικές διατάξεις που τους ευνοούν άνισα σε σχέση με τους δικαστές, αποκαθιστώντας τόσο τον συνταγματικό κανόνα της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως των δικαστών όσο και τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Επειδή περαιτέρω οι συνταγματικοί κανόνες και οι συνταγματικές αρχές δεσμεύουν και τον νομοθέτη, οι δε αρχές του κράτους δικαίου και της διακρίσεως των εξουσιών (άρθρα 25 παρ. 1 και 26 του Συντάγματος) επιβάλλουν στον νομοθέτη τον σεβασμό των αμετακλήτως κρινομένων από τα δικαστήρια, υποχρέωση αποκαταστάσεως της τρωθείσης ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως των δικαστών και της τρωθείσης μισθολογικής ισότητας έχει και ο νομοθέτης και μάλιστα σε ευρύτατη κλίμακα, αναδιαρρυθμίζοντας κατ’ ίσον τρόπο, ενδεχομένως και εξ υπαρχής, τις αποδοχές κλπ. όλων των οργάνων των άλλων δύο εξουσιών και καταργώντας τις άνισες φοροαπαλλακτικές διατάξεις υπέρ ορισμένων εξ αυτών. Εν προκειμένω: Οι αποδοχές των δικαστών, μικτές και πράγματι καταβαλλόμενες, υπέστησαν αφ’ ενός μεν σημαντικές αλληλοδιάδοχες μειώσεις, όπως άλλωστε σημαντικές αλληλοδιάδοχες μειώσεις υπέστησαν και οι μισθοί όλων των λειτουργών και υπαλλήλων του Κράτους, με εξαίρεση τους βουλευτές και τους μισθοδοτούμενους βάσει του μισθού των βουλευτών, αφ’ ετέρου δε διάφορες φοροαπαλλαγές που οι δικαστές απολάμβαναν στο παρελθόν καταργήθηκαν. Οι μειώσεις αυτές των πράγματι καταβαλλομένων αποδοχών των δικαστών δεν αντίκεινται καθ’ εαυτές στο Σύνταγμα, το οποίο δεν διασφαλίζει συγκεκριμένο ύψος πραγματικών αποδοχών (ΣτΕ 668/2012, σκ. 34). Το ύψος των αποδοχών, μικτών και πραγματικών, αναπροσαρμόζεται εκάστοτε από τον νόμο, αυξάνεται ή μειώνεται, ανάλογα με τις οικονομικές συνθήκες. Ο νόμος είναι ελεύθερος να το καθορίζει, σεβόμενος τις αρχές της ισότητας και της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως των δικαστών. Με εξαίρεση τις αποδοχές των βουλευτών και των βάσει αυτών υπολογιζομένων αποδοχών άλλων οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας, τις αρχές αυτές δεν παρέβη. Τις παρέβη μόνο σε σχέση με τις αποδοχές των βουλευτών. Οφείλει επομένως ο εκκαθαριστής των αποδοχών των βουλευτών και η φορολογική διοίκηση αλλά και η Βουλή με απόφασή της, κατ’ άρθρο 63 του Συντάγματος, να αναπροσαρμόσει τις πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές των βουλευτών σε ύψος τέτοιο που να μη διαταράσσει την αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως των δικαστών και την αρχή της ισότητας.

14. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή προβάλλεται, περαιτέρω, ότι, λόγω της συνδέσεως της βουλευτικής αποζημιώσεως με τις αποδοχές των ανωτάτων δικαστικών λειτουργών (συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως χορηγουμένων σε αυτούς επιδομάτων) και του γεγονότος ότι με την υπ’ αριθ. 3150/1999 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι το καταβαλλόμενο στους δικαστικούς λειτουργούς επίδομα για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση των υποθέσεων και για την αντιστάθμιση των δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται για την άσκηση του λειτουργήματός τους (δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και οργάνωση γραφείου), δεν υπόκειται σε φόρο εισοδήματος, διότι αντιστοιχεί σε πραγματικές δαπάνες, εκδόθηκε η μνημονευθείσα ανωτέρω στη σκέψη 10 υπ’ αριθ. 1072374/1223/Α0012/23.7.2001 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών, σύμφωνα με την οποία από το φορολογητέο ποσό της βουλευτικής αποζημιώσεως αφαιρείται ποσό 880,00 ευρώ μηνιαίως και 10.560 ευρώ ετησίως, ίσο με το ανωτέρω επίδομα που χορηγείται στον Ανώτατο Δικαστικό Λειτουργό, παρά το γεγονός ότι για την οργάνωση και λειτουργία του γραφείου των βουλευτών προβλέπεται η καταβολή σε αυτούς σχετικού επιδόματος και ότι το ανωτέρω καταβαλλόμενο στον Ανώτατο Δικαστικό Λειτουργό επίδομα έχει υποστεί αλλεπάλληλες περικοπές. Ενόψει τούτου η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι με τον τρόπο αυτό έχει ουσιαστικά απλώς αυξηθεί το ποσό της βουλευτικής αποζημιώσεως «χωρίς πραγματική σύνδεση με το ύψος του εκάστοτε καταβαλλόμενου στον Ανώτατο Δικαστικό Λειτουργό αντισταθμιστικού επιδόματος» και ζητεί να αφαιρεθεί από το ετήσιο συνολικό ποσό των υποβληθεισών σε φόρο εισοδήματος αποδοχών της το ποσό των 10.560 ευρώ ή, τουλάχιστον – ενόψει του ότι το ποσό αυτό αφορούσε το επίδομα που καταβαλλόταν σε δικαστικούς λειτουργούς με τον βαθμό του Προέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου – ποσό ίσο με το πράγματι καταβληθέν σε αυτήν κατά τα τρία κρίσιμα έτη αντισταθμιστικό επίδομα. Το ανωτέρω αίτημα, όμως, είναι απορριπτέο. Και τούτο διότι – ανεξαρτήτως του ότι κατά τον χρόνο εκδόσεως της υπ’ αριθ. 1072374/1223/Α0012/23.7.2001 πράξεως του Υφυπουργού Οικονομικών το επίμαχο επίδομα ανερχόταν, σύμφωνα με το τότε ισχύον άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2521/1997 (ΦΕΚ Α΄ 174), σε 250.000 δραχμές για τον Πρόεδρο Ανωτάτου Δικαστηρίου, ανήλθε δε σε 880 ευρώ με το άρθρο 30 περ. Α  παρ. 3 του μεταγενεστέρου ν. 3205/2003 (ΦΕΚ Α΄ 297) – εφ’ όσον δεν αμφισβητείται ότι το επίμαχο επίδομα, καταβαλλόμενο στους δικαστικούς λειτουργούς, δεν υπόκειται σε φόρο εισοδήματος, από το γεγονός ότι δεν φορολογείται και όταν καταβάλλεται στους βουλευτές, ενόψει της εξισώσεως, με την προαναφερθείσα από 22.12.1964 απόφαση της Βουλής, της βουλευτικής αποζημιώσεως προς τις αποδοχές των ανωτάτων δικαστικών λειτουργών, δεν δημιουργείται υποχρέωση από καμία συνταγματική διάταξη να αφαιρεθεί από τις υποκείμενες σε φόρο εισοδήματος αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και άλλο ποσό ίσο με το χορηγούμενο σε αυτούς για την ανωτέρω αιτία επίδομα. Το γεγονός δε ότι ενδεχομένως δεν συντρέχει, και ως προς τους βουλευτές, ο λόγος που δικαιολογεί την μη φορολόγηση του εν λόγω επιδόματος όταν χορηγείται στους δικαστικούς λειτουργούς δεν ασκεί επιρροή στην προκειμένη υπόθεση, διότι, ενόψει των δεδομένων της, εκφεύγει των ορίων της παρούσης διαφοράς. 

15. Επειδή,  στο άρθρο 38 παρ. 2 του ν. 3986/2011 «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015» (ΦΕΚ  Α΄ 152), το οποίο εντάσσεται στο κεφάλαιο Ε΄ του νόμου με τίτλο «Δημοσιονομικά μέτρα για την εφαρμογή του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής», όπως η περίπτωση α΄ της ως άνω παραγράφου  συμπληρώθηκε από τότε που ίσχυσε με την παρ. 11 του άρθρου 24 του ν. 4002/2011 (ΦΕΚ Α΄180), ορίζονται τα εξής: «α) Καθιερώνεται ειδική εισφορά αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας. Η εισφορά αυτή υπολογίζεται σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί των τακτικών αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών και αποζημιώσεων όλων των μισθοδοτούμενων υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α., καθώς και των υπαλλήλων όλων ανεξαιρέτως των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και των Ν.Π.Ι.Δ., συμπεριλαμβανομένων και των Τραπεζών ... β) Καθιερώνεται ειδική εισφορά των ασφαλισμένων του Ταμείου Πρόνοιας των Δημοσίων Υπαλλήλων ... Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μπορεί να ρυθμίζεται ο τρόπος υπολογισμού, είσπραξης και απόδοσης της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. γ) …3...».  Περαιτέρω,  με την εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως υπ’ αριθ. οικ. 2/57654/0022/22.8.2011 κοινή απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΕΚ Β΄ 1853) ορίσθηκαν τα εξής: «1. Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παρ. 2 α του άρθρου 38 του ν. 3986/2011 … ειδική εισφορά αλληλεγγύης υπολογίζεται σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών και αποζημιώσεων όλου του μισθοδοτούμενου προσωπικού του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., καθώς και του προσωπικού όλων ανεξαιρέτως των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και των Ν.Π.Ι.Δ., συμπεριλαμβανομένων και των Τραπεζών. … 2. Το ποσό της εισφοράς αλληλεγγύης της προηγούμενης παραγράφου αποτελεί έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού … 3. Το εν λόγω ποσό παρακρατείται κατά την πληρωμή της τακτικής μισθοδοσίας και των λοιπών πρόσθετων αμοιβών και αποζημιώσεων του μισθοδοτούμενου προσωπικού της παρ. 1 της παρούσας. Η απόδοση αυτού στον οικείο ΚΑΕ του κρατικού προϋπολογισμού γίνεται κάθε μήνα σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται για την απόδοση και των λοιπών κρατήσεων. … 4. … εισφορές των επόμενων μηνών του έτους 2011».

16. Επειδή, αν και κατά  την γραμματική της διατύπωση η διάταξη του άρθρου 38 παρ. 2  περ. α΄ του ν. 3986/2011 φαίνεται να αναφέρεται μόνον σε «υπαλλήλους», μεταξύ άλλων, του Δημοσίου,  όμως, κατά την αληθή έννοιά της, εν όψει και του σκοπού της, που είναι, όπως αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, η καταπολέμηση της ανεργίας εν μέσω οξείας δημοσιονομικής κρίσεως, η ανωτέρω διάταξη καταλαμβάνει και τους δικαστικούς λειτουργούς, φορείς της τρίτης πολιτειακής λειτουργίας, εφ’ όσον μισθοδοτούνται από το Δημόσιο. Ως εκ τούτου  η χρήση του όρου “μισθοδοτούμενο προσωπικό” του Δημοσίου στην προαναφερθείσα υπ’ αριθ. οικ. 2/57654/0022/22.8.2011 κοινή υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε σε  εκτέλεση της ανωτέρω διατάξεως, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη διεύρυνση της εξουσιοδοτικής διατάξεως και θέσπιση, το πρώτον, δια κανονιστικής πράξεως (αντί τυπικού νόμου) των υποκειμένων της ανωτέρω εισφοράς.  Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος με την κρινόμενη προσφυγή λόγος ότι η ανωτέρω διάταξη, αναφερομένη σε υπαλλήλους του Δημοσίου, δηλαδή σε έμμεσα κρατικά όργανα, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί και επί των δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι είναι άμεσα όργανα του κράτους με ευθεία συνταγματική κατοχύρωση, και ότι, ως εκ τούτου, η εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση αυτής υπουργική απόφαση, αναφερομένη γενικώς σε μισθοδοτούμενο προσωπικό και όχι μόνο σε μισθοδοτούμενους υπαλλήλους, είναι ανίσχυρη αφ’ ενός ως τεθείσα καθ’ υπέρβαση της χορηγηθείσης εξουσιοδοτήσεως και αφ’ ετέρου ως αντικειμένη στο άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι καθορίζει το πρώτον ως  υποκείμενο του επιβαλλομένου δι’ αυτής φόρου κάθε  πρόσωπο μισθοδοτούμενο από το Δημόσιο. 

17. Επειδή, μετά την επίλυση, κατά τα προεκτεθέντα, των νομικών ζητημάτων που αναφύονται στην προκειμένη υπόθεση και εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου, ως αφορώντα όλους τους δικαστικούς λειτουργούς και μόνον, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανίων, που είναι αρμόδιο κατά τόπο και καθ’ ύλη να επιλύσει οριστικώς την διαφορά, υπολογίζοντας τον οφειλόμενο από την προσφεύγουσα φόρο εισοδήματος για τις αποδοχές της από την άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος μετά την αφαίρεση ποσοστού 25% από τις ακαθάριστες αποδοχές της και αντιμετωπίζοντας τα λοιπά ζητήματα, που γεννώνται ως προς την εισφορά του άρθρου 38 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 3986/2011 (αν δηλαδή αντίκειται στο Σύνταγμα η μη επιβολή της εν λόγω εισφοράς και στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, και, σε περίπτωση που κριθεί ότι δεν αντίκειται, αν η εισφορά αυτή πρέπει να υπολογισθεί επί των ακαθαρίστων ή των καθαρών αποδοχών των υποκειμένων σε αυτήν).

Δ ι α τ α ύ τ α

Απορρίπτει την κρινόμενη προσφυγή, κατά το μέρος που αφορά το «φορολογικό αίτημα αρνητικού αναγνωριστικού χαρακτήρα» και την αφαίρεση από τις υποκείμενες σε φόρο εισοδήματος αποδοχές της προσφεύγουσας ποσού 10.560 ευρώ ή ίσου με το καταβληθέν σε αυτήν ετησίως αντισταθμιστικό επίδομα. 

Εξετάζει κατά τα λοιπά την κρινόμενη προσφυγή.

Επιλύει τα αναφυόμενα στο πλαίσιο της εν λόγω προσφυγής νομικά ζητήματα, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την κρινόμενη προσφυγή προς περαιτέρω εκδίκαση στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανίων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2013.

Η Πρόεδρος                                                         Η Γραμματέας

Ειρήνη Σάρπ                                                    Μαριάνθη Παπασαράντη

Η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 30 Δεκεμβρίου 2013 

Η Πρόεδρος                                                        Η Γραμματέας

Ειρήνη Σάρπ                                                    Μαριάνθη Παπασαράντη