• slide
  • slide2
  • slide3
  • slide1

O δικαστικός έλεγχος της απόφασης διοικητικής κράτησης υπηκόου τρίτης χώρας

Μαρίας Τσίτσου, Εφέτη Δ.Δ.

    O δικαστικός έλεγχος της απόφασης διοικητικής κράτησης υπηκόου τρίτης χώρας πραγματώνεται στην εθνική έννομη τάξη με το ένδικο βοήθημα των αντιρρήσεων. Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 76 του ν. 3386/2005,  η οποία προστέθηκε με το άρθρο 55 παρ. 2 του ν. 3900/2010, ο αρμόδιος δικαστής ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης διοικητικής κράτησης. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου  (Ε.Δ.Δ.Α.), κατά την έννοια του άρθρου 5§1 στ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου  (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, για να είναι νόμιμη η εφαρμογή ενός μέτρου διοικητικής κράτησης αλλοδαπού πρέπει να γίνει με καλή πίστη. Επίσης, πρέπει να συνδέεται στενά με τον σκοπό της παρεμπόδισης ενός ατόμου να διεισδύσει παράνομα στην επικράτεια. Επίσης, οι χώροι και οι συνθήκες κράτησης πρέπει να είναι κατάλληλοι. Τέλος, η διάρκεια της  κράτησης δεν πρέπει να υπερβαίνει την απαραίτητη εύλογη προθεσμία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (αποφάσεις Saadi κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 29 Ιανουαρίου 2008, R.U. κατά Ελλάδας, 7 Ιουνίου 2011). 

Οι αποφάσεις διοικητικής κράτησης διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: α) στις αποφάσεις που εκδίδονται για την προετοιμασία της επιστροφής και τη διεκπεραίωση της διαδικασίας απομάκρυνσης του παρανόμως διαμένοντος υπηκόου τρίτης χώρας, με έρεισμα το άρθρο 30 του ν. 3907/2011, και β) στις αποφάσεις που εκδίδονται μετά την υποβολή αίτησης ασύλου, για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 12 παρ. 2 και 3 του π.δτος 113/2013.

         Σύμφωνα με τo άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 3907/2011, με τον οποίο μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου «σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών», απόφαση διοικητικής κράτησης παρανόμως διαμένοντος υπηκόου τρίτης χώρας, ο οποίος υπόκειται σε διαδικασίες επιστροφής, εκδίδεται όταν: α) υπάρχει κίνδυνος διαφυγής ή β) ο υπήκοος τρίτης χώρας αποφεύγει ή παρεμποδίζει την προετοιμασία της επιστροφής ή τη διαδικασία απομάκρυνσης ή γ) συντρέχουν λόγοι εθνικής ασφάλειας. Η απόφαση διοικητικής κράτησης πρέπει να περιέχει πραγματική και νομική αιτιολόγηση. Το δικαστήριο ελέγχει, κατ΄αρχήν, εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση δύνανται να εφαρμοσθούν αποτελεσματικά άλλα επαρκή μέτρα, αλλά ηπιότερα έναντι της κράτησης, όπως εκείνα που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 3907/2011 (λ.χ. εμφάνιση ενώπιον της αστυνομικής αρχής ανά τακτά χρονικά διαστήματα, κατάθεση εγγράφων). Ακολούθως, το δικαστήριο ελέγχει εάν υφίσταται κίνδυνος διαφυγής του υπηκόου τρίτης χώρας ή εάν ο τελευταίος αποφεύγει ή παρεμποδίζει την προετοιμασία της επιστροφής ή τη διαδικασία απομάκρυνσης ή εάν συντρέχουν λόγοι εθνικής ασφάλειας. Στο άρθρο 3 περ. 7 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ, ως «κίνδυνος διαφυγής» ορίζεται η ύπαρξη λόγων, σε ατομική περίπτωση, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων οριζόμενων από το δίκαιο, οι οποίοι οδηγούν στην εικασία ότι υπήκοος τρίτης χώρας υποκείμενος σε διαδικασίες επιστροφής μπορεί να διαφύγει. Κάθε εκτίμηση όσον αφορά τον κίνδυνο διαφυγής πρέπει να στηρίζεται σε ατομική εξέταση της περίπτωσης του ενδιαφερομένου (απόφαση ΔΕΕ της 6ης Δεκεμβρίου 2012, C-430/11, Sagor, σκέψη 41). Μόνον εάν η υπό τη μορφή απομάκρυνσης εκτέλεση της απόφασης περί επιστροφής κινδυνεύει, βάσει εκτίμησης κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, να παρακωλυθεί εξαιτίας της συμπεριφοράς του υπηκόου τρίτης χώρας, μπορεί να κριθεί νόμιμη η στέρηση της ελευθερίας του μέσω του αναγκαστικού μέτρου της κράτησης (απόφαση ΔΕΕ της 28ης Απριλίου 2011, 61/11 PPU, El Dridi, σκέψη 39). Το δικαστήριο, προκειμένου να αποφανθεί επί των αντιρρήσεων υπηκόου τρίτης χώρας και ειδικότερα επί της θέσεως υπό κράτηση του ενδιαφερομένου, επί της δυνατότητας αντικατάστασης της κράτησης με ηπιότερο μέτρο ή επί της απολύσεώς του, λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση κράτησης, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει η αστυνομική αρχή, καθώς και τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει ο υπήκοος τρίτης χώρας. 

Η στέρηση αυτή της ελευθερίας πρέπει, κατά το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 3907/2011, να έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και να διατηρείται μόνο καθόσον χρόνο η διαδικασία απομάκρυνσης εξελίσσεται και εκτελείται με τη δέουσα επιμέλεια. Εξάλλου, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η αρχή της αναλογικότητας επιτάσσει να μην παρατείνεται για δυσανάλογο χρονικό διάστημα η κράτηση προσώπου εναντίον του οποίου εκκρεμεί διαδικασία απελάσεως ή εκδόσεως, ήτοι να μην υπερβαίνει το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (απόφαση Saadi κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 29 Ιανουαρίου 2008, § 72 και 74). 

Κατά το άρθρο 30 παρ. 3 του ν. 3907/2011, η  συνδρομή των προϋποθέσεων της κράτησης υπόκειται σε επανεξέταση αυτεπαγγέλτως, ανά τρίμηνο, από το όργανο που εξέδωσε την απόφαση κράτησης και σε περίπτωση παράτασης της διάρκειας της κράτησης, η σχετική απόφαση διαβιβάζεται στον αρμόδιο δικαστή, ο οποίος κρίνει για τη νομιμότητα της παράτασης της κράτησης. Περαιτέρω, το άρθρο 30 παράγραφοι 5 και 6 του ν. 3907/2011 καθορίζει τη μέγιστη διάρκεια της κράτησης ενόψει απομάκρυνσης από τη χώρα, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει σε καμία περίπτωση τους δεκαοκτώ μήνες. Κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 30 του ν. 3907/2011, η κράτηση υπηκόου τρίτης χώρας, εφόσον εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, δεν μπορεί να υπερβαίνει το εξάμηνο.  Κατά την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου  το χρονικό όριο της παραγράφου 5 μπορεί να παραταθεί για περιορισμένο μόνο χρόνο που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες παρά τις εύλογες προσπάθειες των αρμόδιων υπηρεσιών, είναι πιθανό η επιχείρηση απομάκρυνσης να διαρκέσει περισσότερο, είτε λόγω της άρνησης του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας να συνεργασθεί είτε λόγω καθυστερήσεων όσον αφορά τη λήψη αναγκαίων εγγράφων από τρίτες χώρες. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου όταν καθίσταται πρόδηλο ότι δεν υφίσταται πλέον λογικά προοπτική απομάκρυνσης για νομικούς ή άλλους λόγους ή όταν παύουν να ισχύουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, η κράτηση αίρεται και ο υπήκοος τρίτης χώρας απολύεται αμέσως.     

Για να γίνει δεκτό ότι υπάρχει «λογική προοπτική απομάκρυνσης» υπό την έννοια της παραγράφου 4 του άρθρου 30 του ν. 3907/2011, πρέπει να διαπιστώνεται κατά την επανεξέταση της νομιμότητας της κράτησης από το δικαστήριο ότι υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχούς απομάκρυνσης χωρίς υπέρβαση των χρονικών ορίων που προβλέπει το άρθρο 30 παράγραφοι 5 και 6 του ν. 3907/2011 (βλ. επί του άρθρου 15 παρ. 4 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ, απόφαση ΔΕΕ της 30ης Νοεμβρίου 2009, C 357/09 PPU, Kadzoev, σκέψη 65). 

Από το άρθρο 30 παράγραφος 4 του ν. 3907/2011 προκύπτει ότι σε περίπτωση παράτασης της διάρκειας της κράτησης επιβάλλεται επανεξέταση των προϋποθέσεων που προβλέπει το άρθρο 30 παράγραφος 1  του ν. 3907/2011, οι οποίες αποτέλεσαν τη βάση της αρχικής απόφασης κράτησης του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας. Έτσι, το δικαστήριο που αποφαίνεται επί της ενδεχόμενης παράτασης της κράτησης του υπηκόου τρίτης χώρας ή επί της ενδεχόμενης απόδοσης της ελευθερίας του πρέπει να προσδιορίσει, πρώτον, εάν μπορούν να ληφθούν άλλα επαρκή μέτρα, αλλά ηπιότερα έναντι της κράτησης σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, και δεύτερον, εάν υφίσταται κίνδυνος διαφυγής του υπηκόου τρίτης χώρας ή εάν ο τελευταίος αποφεύγει ή εμποδίζει την προετοιμασία της επιστροφής του ή της διαδικασίας απομάκρυνσης ή εάν συντρέχουν λόγοι εθνικής ασφάλειας (βλ. επί του άρθρου 15 παρ. 4 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ, απόφαση ΔΕΕ της 5ης Ιουνίου 2014, C 146/14 PPU, Mahdi, σκέψη 61). 

Περαιτέρω, από το άρθρο 30 παράγραφος 6 του ν. 3907/2011 προκύπτει ότι η μέγιστη διάρκεια της κράτησης της παραγράφου 5 δεν μπορεί να παραταθεί παρά μόνο όταν, παρά τις εύλογες προσπάθειες των αρμόδιων υπηρεσιών, είναι πιθανό η επιχείρηση απομάκρυνσης να διαρκέσει περισσότερο του προβλεπόμενου, είτε λόγω της ελλείψεως συνεργασίας του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας είτε λόγω καθυστερήσεων όσον αφορά τη λήψη αναγκαίων εγγράφων από τρίτες χώρες. Μια τέτοια παράταση σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δώδεκα επιπλέον μήνες. Το δικαστήριο που αποφαίνεται επί της παράτασης της κράτησης υπηκόου τρίτης χώρας εξετάζει, αφενός, τη συμπεριφορά του αλλοδαπού αυτού κατά τη διάρκεια της αρχικής του κράτησης προκειμένου να διαπιστώσει αν αυτός συνεργάστηκε με τις αρμόδιες αρχές όσον αφορά τη διαδικασία απομάκρυνσής του και, αφετέρου, την πιθανότητα να διαρκέσει περισσότερο από τον προβλεπόμενο χρόνο η διαδικασία απομάκρυνσης λόγω της συμπεριφοράς του εν λόγω αλλοδαπού. Αν η απομάκρυνση του τελευταίου διαρκεί ή διήρκεσε περισσότερο του προβλεπόμενου για άλλους λόγους, δεν αποδεικνύεται κανένας αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του ενδιαφερομένου και της διάρκειας της εν λόγω διαδικασίας, οπότε δεν μπορεί να κριθεί ως αποδειχθείσα η έλλειψη συνεργασίας εκ μέρους του. Επιπλέον, το δικαστήριο, πριν εξετάσει εάν ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας επιδεικνύει έλλειψη συνεργασίας, πρέπει να διαπιστώσει ότι η διαδικασία απομάκρυνσης διαρκεί περισσότερο του προβλεπόμενου παρ’ όλες τις εύλογες προσπάθειες, πράγμα το οποίο, απαιτεί οι αρμόδιες υπηρεσίες να έχουν καταβάλει και να εξακολουθούν ενεργά να καταβάλλουν προσπάθειες ώστε να ληφθούν τα αναγκαία έγγραφα για την εκτέλεση της απόφασης περί επιστροφής (βλ. επί του άρθρου 15 παρ. 6 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ, προαναφερθείσα απόφαση Mahdi, σκέψεις 82 και 83). 

Το δικαστήριο, προκειμένου να αποφανθεί επί των αντιρρήσεων υπηκόου τρίτης χώρας κατ΄ απόφασης παράτασης της κράτησης και ειδικότερα επί της παράτασης της κράτησης του ενδιαφερομένου, επί της δυνατότητας αντικατάστασης της κράτησης με ηπιότερο μέτρο ή επί της απολύσεώς του, λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται η αστυνομική αρχή και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει, καθώς και τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει ο υπήκοος τρίτης χώρας (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Mahdi, σκέψεις 62, 63 και 64). 

Εξάλλου, κατά το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 3907/2011, η κράτηση λαμβάνει χώρα, κατά κανόνα, σε ειδικές εγκαταστάσεις. Σε κάθε περίπτωση, οι υπό κράτηση υπήκοοι τρίτων χωρών κρατούνται χωριστά από τους κρατούμενους του κοινού ποινικού δικαίου και κατά το άρθρο 31 παρ. 1 του ίδιου νόμου, για την επιβολή ή τη συνέχιση του μέτρου της κράτησης λαμβάνεται υπόψη η διαθεσιμότητα κατάλληλων χώρων κράτησης και η δυνατότητα εξασφάλισης αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης για τους κρατουμένους. Συνεπώς, για να είναι νόμιμη η επιβολή ή η διατήρηση του μέτρου της διοικητικής κράτησης υπηκόου τρίτης χώρας, οι χώροι και οι συνθήκες κράτησης πρέπει να είναι κατάλληλοι. 

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η κράτηση ενόψει απομάκρυνσης, η οποία διέπεται από την οδηγία 2008/115/ΕΚ, και η κράτηση που διατάσσεται κατά ατόμου που ζητεί άσυλο, δυνάμει, μεταξύ άλλων, των οδηγιών 2003/9/ΕΚ και 2005/85/ΕΚ και των εφαρμοστέων διατάξεων του εθνικού δικαίου, υπάγονται σε διαφορετικά νομικά καθεστώτα (προαναφερθείσα απόφαση Kadzoev, σκέψη 45). Tο άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115/ΕΚ, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 9 αυτής, έχει την έννοια ότι η οδηγία αυτή δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση υπηκόου τρίτης χώρας που έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, υπό την έννοια της οδηγίας 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, τούτο δε κατά την περίοδο μεταξύ της υποβολής της εν λόγω αίτησης και της έκδοσης της απόφασης πρώτου βαθμού που αποφαίνεται επί της αίτησης αυτής ή, ενδεχομένως, της έκβασης της προσφυγής που ασκήθηκε κατά της εν λόγω απόφασης (απόφαση ΔΕΕ της 30ης Μαΐου 2013, C 534/11, Arslan, σκέψη 49). 

Περαιτέρω, οι οδηγίες 2003/9/ΕΚ και 2005/85/ΕΚ δεν απαγορεύουν τη διατήρηση της κράτησης υπηκόου τρίτης χώρας, ο οποίος υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας κατά την έννοια της οδηγίας 2008/115/ΕΚ, αφού τέθηκε υπό κράτηση δυνάμει του άρθρου 15 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ, βάσει διατάξεως του εθνικού δικαίου, εάν προκύπτει, κατόπιν κατά περίπτωση εκτίμησης του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων, ότι η αίτηση υποβλήθηκε με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει ή να ματαιωθεί η εκτέλεση της απόφασης περί επιστροφής και ότι είναι αντικειμενικώς αναγκαία η διατήρηση του μέτρου της κράτησης για να αποτραπεί το ενδεχόμενο να αποφύγει οριστικά ο ενδιαφερόμενος την επιστροφή του (προαναφερθείσα απόφαση Arslan, σκέψη 63). Επιπλέον, το άρθρο 23, παράγραφος 4, στοιχείο ι΄, της οδηγίας 2005/85/ΕΚ προβλέπει ρητώς ότι η περίσταση ότι ο αιτών υποβάλλει αίτηση ασύλου μόνο για να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση προγενέστερης ή επικείμενης απόφασης που θα οδηγούσε στην απομάκρυνσή του μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της διαδικασίας εξέτασης της εν λόγω αίτησης, καθόσον η περίσταση αυτή μπορεί να δικαιολογήσει την επιτάχυνση ή τη θέση σε προτεραιότητα της εξέτασης αυτής. Ωστόσο, από το γεγονός και μόνο ότι ένας αιτών άσυλο, κατά την υποβολή της αίτησής του, αποτελεί αντικείμενο απόφασης περί επιστροφής και έχει τεθεί υπό κράτηση βάσει του άρθρου 15 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ δεν μπορεί να τεκμαίρεται, χωρίς κατά περίπτωση εκτίμηση του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων, ότι αυτός υπέβαλε την αίτηση αυτή με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει ή να ματαιώσει την εκτέλεση της απόφασης περί επιστροφής και ότι είναι αντικειμενικώς αναγκαία και αναλογική η διατήρηση του μέτρου της κράτησης (προαναφερθείσα απόφαση Arslan, σκέψεις 61 και 62). 

 Σύμφωνα με τo άρθρο 12 παράγραφος 1 του π.δ/τος 113/2013, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία με την οδηγία 2005/85/ΕΚ,  αλλοδαπός που αιτείται διεθνή προστασία, δεν κρατείται για μόνο το λόγο ότι έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, καθώς και ότι εισήλθε και παραμένει παράνομα στη χώρα. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 τoυ άρθρου 12 του ίδιου π.δ/τος,  αλλοδαπός που υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας ενόσω κρατείται, παραμένει υπό κράτηση, εφόσον αυτή έχει επιβληθεί κατ` εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας. Εάν κρατείται βάσει των σχετικών διατάξεων του ν. 3907/2011, κατ΄εξαίρεση και εφόσον κριθεί ότι δεν μπορούν να εφαρμοσθούν εναλλακτικά μέτρα όπως αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 22 παρ. 3 του ν.3907/2011, παραμένει υπό κράτηση για έναν από τους παρακάτω λόγους:  α. για τη διαπίστωση των πραγματικών στοιχείων της ταυτότητας ή της καταγωγής του, ή  β. εφόσον συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη, κατά την αιτιολογημένη κρίση της αστυνομικής αρχής, ή γ. εφόσον η κράτησή του κρίνεται αναγκαία για την ταχεία ολοκλήρωση εξέτασης της αίτησής του. Στην περίπτωση αυτή οι αρχές εξέτασης λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την ταχεία ολοκλήρωση της διαδικασίας. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 τoυ ίδιου άρθρου,  οι αρμόδιες υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας δύνανται να αποφασίσουν την κράτηση συγκεκριμένου αιτούντος, κατ` εξαίρεση και εφόσον κρίνουν ότι δεν μπορούν να εφαρμοσθούν εναλλακτικά μέτρα, όταν κρίνουν ότι ο αιτών συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη για λόγους που αιτιολογούνται ειδικώς στην απόφαση κράτησης. 

Περαιτέρω, στην παράγραφο 6  τoυ άρθρου 12  του π.δ/τος 113/2013 προβλέπεται ότι η κράτηση αιτούντων διεθνή προστασία επιβάλλεται για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα και κατ` αρχήν δεν δύναται να υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Εάν ο αιτών είναι ήδη κρατούμενος, ο συνολικός χρόνος κράτησης, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 30 του ν. 3907/2011, δεν δύναται να υπερβαίνει τους έξι μήνες στην περίπτωση που η κράτησή του κρίνεται αναγκαία για την ταχεία ολοκλήρωση εξέτασης της αίτησης ασύλου και τους δώδεκα μήνες στην περίπτωση που κρατείται για τη διαπίστωση των πραγματικών στοιχείων της ταυτότητας ή της καταγωγής του, ή  εάν συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη, καθώς και στην περίπτωση που κατά το χρόνο που υπέβαλε την αίτηση ασύλου δεν ήταν κρατούμενος και τέθηκε υπό κράτηση διότι κρίθηκε ότι συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη. Στις τρεις τελευταίες περιπτώσεις η κράτηση δύναται να παρατείνεται περαιτέρω έως έξι ακόμη μήνες, με νεότερη και ειδικά αιτιολογημένη απόφαση των οργάνων της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, σχετικά με την εξακολούθηση συνδρομής των λόγων που την επέβαλαν. Η κράτηση του αιτούντος διεθνή προστασία συνιστά λόγο επιτάχυνσης της διαδικασίας ασύλου, λαμβανομένων υπόψη της, τυχόν, έλλειψης κατάλληλων χώρων και των δυσχερειών εξασφάλισης αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης των τελούντων σε κράτηση. Οι δυσχέρειες αυτές συνεκτιμώνται για την επιβολή ή την παράταση της κράτησης. 

Το δικαστήριο που αποφαίνεται επί των αντιρρήσεων κατ΄απόφασης κράτησης αιτούντος άσυλο ελέγχει, κατ΄αρχήν, εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση δύνανται να εφαρμοσθούν αποτελεσματικά άλλα επαρκή μέτρα, αλλά ηπιότερα έναντι της κράτησης, όπως εκείνα που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 3907/2011. Ακολούθως, στην περίπτωση που ο αιτών είναι ήδη κρατούμενος βάσει των διατάξεων του άρθρου 30 του ν. 3907/2011, το δικαστήριο ελέγχει εάν είναι αντικειμενικώς αναγκαία και αναλογική η διατήρηση του μέτρου της κράτησης για τη διαπίστωση των πραγματικών στοιχείων της ταυτότητας ή της καταγωγής του αιτούντος άσυλο  ή  για την ταχεία ολοκλήρωση εξέτασης της αίτησής του, κατ΄εκτίμηση του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων.  Κάθε εκτίμηση όσον αφορά την αναγκαιότητα  της κράτησης για τη διαπίστωση των πραγματικών στοιχείων της ταυτότητας του αιτούντος ή  για την ταχεία ολοκλήρωση εξέτασης της αίτησης ασύλου πρέπει να στηρίζεται σε ατομική εξέταση της περίπτωσης του ενδιαφερομένου.  Στις περιπτώσεις που με την απόφαση κράτησης κρίνεται ότι ο αιτών άσυλο συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη, το δικαστήριο ελέγχει εάν η κρίση της αστυνομικής αρχής είναι ειδικώς αιτιολογημένη. Σε περίπτωση παράτασης της κράτησης εντός των χρονικών ορίων της παραγράφου 6  τoυ άρθρου 12  του π.δ/τος 113/2013, το δικαστήριο ελέγχει εάν με την προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται ειδικώς η εξακολούθηση της συνδρομής των λόγων που επέβαλαν την κράτηση, συνεκτιμώντας ότι η κράτηση του αιτούντος άσυλο συνιστά λόγο επιτάχυνσης της διαδικασίας ασύλου καθώς και τις τυχόν δυσχέρειες όσον αφορά την καταλληλότητα των χώρων κράτησης και την εξασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης των τελούντων σε κράτηση. Το δικαστήριο, προκειμένου να αποφανθεί επί των αντιρρήσεων κατ΄απόφασης κράτησης ή παράτασης κράτησης αιτούντος άσυλο, λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται η αστυνομική αρχή και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει, καθώς και τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει ο αιτών άσυλο.