Συνταγματική αναθεώρηση και δικαιοσύνη.

(Η αλλαγή των ορίων ηλικίας αποχώρησης των δικαστών από την υπηρεσία)

 

Γεωργίου Καφφέ

Εφέτη ΔΔ

 

     Το σύνταγμα μας είναι αυστηρό και οι διατάξεις του δεσμεύουν απόλυτα τους δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Όταν λοιπόν τέθηκε στο δημόσιο διάλογο ως θέμα, η αλλαγή των προβλεπόμενων, με συνταγματική διάταξη, ορίων ηλικίας αποχώρησης των δικαστών από την υπηρεσία, οι περισσότεροι δικαστές αντιδράσαμε. Η αντίδραση έβγαινε αβίαστα από την θετικιστική προσέγγιση στην σχετική συνταγματική διάταξη και την επαγγελματική προσήλωση στην προφανή νομιμότητα. Αποτρέψαμε θεωρώ με την αντίδραση μας, την αλλαγή ορίων με ερμηνευτική προσέγγιση του ισχύοντος κανόνα δικαίου, δηλώσαμε την προσήλωση μας στον σεβασμό της συνταγματικής νομιμότητας, που τόσο είχε ανάγκη η χώρα για να συνεχίσει να πορεύεται με το Σύνταγμα, που είχε παραβιασθεί χίλιες φορές την περίοδο των μνημονίων. Από την στιγμή όμως που ξεκίνησε η αναθεωρητική περίοδος και υποχωρεί νομίμως η αυστηρότητα του συντάγματος, προκειμένου να αναπτυχθούν οι προτάσεις για την αναθεώρηση, αποτελεί υποχρέωση μας, αν αυτό θεωρούμε ότι αποτελεί ένα θεμιτό συνταγματικό σκοπό, να ζητήσουμε την αναθεώρηση των διατάξεων, προκειμένου να έχουμε, μέσα από την αναθεωρητική διαδικασία, εκείνες τις διατάξεις που θα βοηθήσουν στην αποτελεσματικότερη απόδοση των θεσμών με γνώμονα την ευημερία του Ελληνικού λαού και την εμπέδωση της έννομης διακυβέρνησης. Φυσικά ο διάλογος που προηγήθηκε το προηγούμενο διάστημα, αποτελεί την απόλυτη δικαιολογία για να τεθεί το θέμα της αλλαγής των ορίων ηλικίας παραμονής των δικαστών στην ενεργό υπηρεσία.

       Σύμφωνα με μια προσέγγιση, η πρόταση για την αύξηση των ορίων, έχει να κάνει με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, την αναγκαιότητα να αυξηθούν τα χρόνια καταβολής εισφορών, ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά, η, λόγω της αύξησης του προσδόκιμου ζωής, επιμήκυνση του χρόνου καταβολής συνταξιοδοτικών παροχών. Αυτό στην περίπτωση των δικαστών θα ήταν μια από τις ήσσονες αιτιολογίες της αναγκαιότητας της προτεινόμενης αλλαγής. Σε κάθε περίπτωση λόγω της προόδου της ιατρικής, η ανθρώπινη ζωή έχει επιμηκυνθεί εξαιρετικά. Μελέτες προβλέπουν ότι το 2113, μόλις σε λιγότερο έναν αιώνα, ο μέσος όρος του προσδόκιμου ζωής θα είναι 130 έτη στις αναπτυγμένες χώρες. Φυσικά, η νέα αυτή πραγματικότητα θα έχει ανυπολόγιστες κοινωνικές συνέπειες που θα μας κάνουν να βλέπουμε διαφορετικά τα πράγματα.

       Η καθιερωμένη επίσης συνταγματικά αρχή της ισότητας αποτελεί μια άλλη διάσταση που βρίσκει εφαρμογή και δικαιολογεί την σχετική μεταβολή των ορίων. Ανάμεσα στα μέτρα του τρίτου μνημονίου συγκαταλέγονται η κατάργηση των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων και η καθιέρωση του 67ου έτους της ηλικίας, ως γενικού ορίου για την πλήρη συνταξιοδότηση. Σήμερα που έχει καθιερωθεί ακόμα και για τα χειρωνακτικά επαγγέλματα ως καταληκτικό όριο για την συνταξιοδότηση το εξηκοστό έβδομο έτος, φαντάζει αναχρονιστικό έως αξιοπερίεργο να προβλέπεται υποχρεωτικό όριο αποχώρησης, μέχρι του βαθμού του εφέτη, το εξηκοστό πέμπτο έτος. Πολύ περισσότερο που υπό το φως του σχετικού κανονισμού της ευρωπαϊκής ένωσης, η πρόβλεψη διαφορετικών ορίων μέχρι του βαθμού του εφέτη, σε σχέση με τους ανώτατους βαθμούς, για τους οποίους προβλέπεται το 67 έτος, ως έτος αποχώρησης, αποτελεί αθέμιτη διάκριση παραμονής στο επάγγελμα του δικαστή και μπορεί να μας επιβληθεί η αλλαγή της ρύθμισης αυτής, από το ευρωπαϊκό δικαστήριο, κόντρα στα προβλεπόμενα από το σύνταγμα.

     Σύμφωνα με τα συνταγματικώς ισχύοντα (Αρ. 88, παρ. 5): «Οι δικαστικοί λειτουργοί έως και τον βαθμό του εφέτη ή του αντεισαγγελέα Εφετών και τους αντίστοιχους με αυτούς βαθμούς αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους (65ο) και όλοι όσοι έχουν βαθμούς ανώτερους από αυτούς ή τους αντίστοιχους με αυτούς αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό έβδομο έτος (67ο) της ηλικίας τους». Το Σύνταγμα του 1952 έθετε όριο ηλικίας των ανώτατων δικαστών το 70ό και το Σύνταγμα του 1911 έθετε το 75ο έτος. Το 75ο έτος καθιερώθηκε το 1911, όταν στο οπλοστάσιο της ιατρικής επιστήμης δεν υπήρχαν τα αντιβιοτικά. Βέβαια αυτοί που έκαναν το Σύνταγμα του 1911, ετοίμασαν την εθνική ανάταση και την Ελλάδα των πέντε θαλασσών και των δύο Ηπείρων. Για να επανασυνδεθούμε σήμερα με την παράδοση του Ελευθερίου Βενιζέλου, χρειάζεται συνταγματική αναθεώρηση.

     Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες το ηλικιακό όριο για τους ανώτατους δικαστές είναι μεταξύ 70-77 ετών, ενώ στην Αμερική είναι πραγματικά ισόβιοι. Είναι γνωστό το κύρος που έχουν οι Αμερικανοί δικαστές. Τους διορίζει η εκτελεστική εξουσία, αλλά μετά τον διορισμό τους καθήκον τους είναι να ξεχνάνε ποιος τους διόρισε. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έχει κηρύξει αντισυνταγματική την συνταξιοδότηση λόγω ηλικίας και κανείς δεν συνταξιοδοτείται εάν δεν το θέλει ο ίδιος.

     Στην Ελλάδα το 70ό έτος ίσχυε έως το 1967, οπότε η χούντα το μείωσε προκειμένου να συνταξιοδοτήσει υποχρεωτικώς μη αρεστούς σε αυτήν. Υποστηρίζεται ότι ο Συντακτικός Νομοθέτης του 1975 ήθελε να εκκαθαρίσει το δικαστικό σώμα από δικαστές συνεργασθέντες με την Δικτατορία των Συνταγματαρχών, και το έκανε με ευπρέπεια μέσω της ως άνω αναφερομένης διάταξης του άρθρου 88 παρ.5 του Συντάγματος. Πέρασαν πάνω από σαράντα χρόνια και πλέον εκείνες οι επιλογές δεν συμβαδίζουν με την πραγματικότητα και δύσκολα γίνονται κατανοητές.

   Ο Συντακτικός Νομοθέτης, οφείλει να εκσυγχρονισθεί με τα διεθνώς ισχύοντα. Ο καθορισμός του ορίου ηλικίας των Δικαστικών Λειτουργών, δεν είναι κατ’ αρχήν, αντίθετος στις οδηγίες 2000/43 και 2000/78, καθώς και στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και της καταπολεμήσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας, συνιστά όμως παρέκκλιση από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας. Ως παρέκκλιση, λοιπόν, πρέπει να υπαγορεύεται από σκοπούς που συνδέονται με την κοινωνική πολιτική και δη με τους τομείς απασχολήσεως. Άρα όταν πάψει να υπάρχει ο σκοπός χάριν του οποίου επιβλήθηκαν τα όρια ηλικίας στους δικαστές, καθίσταται αναγκαία η αναθεώρηση της σχετικής, συνταγματικής διατάξεως. Απαραίτητο είναι να διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχουν πλέον οι λόγοι που επέβαλαν την πρόβλεψη του ορίου ηλικίας των Δικαστικών Λειτουργών στο Σύνταγμα.

     Η ισοβιότητα απορρέει από το άρθρο 88 του Συντάγματος, που κάνει λόγο για «προσωπική ανεξαρτησία» των δικαστικών, η οποία εξασφαλίζεται μόνο με την επέκταση του χρόνου παραμονής τους στη Δικαιοσύνη. Ως «ισοβιότητα» που απολαμβάνουν οι δικαστικοί λειτουργοί νοείται η υπηρεσιακή. Συγκεκριμένα, οι δικαστές διατηρούν τις θέσεις τους, ακόμα και αν αυτές καταργηθούν. Το Σύνταγμά μας ορίζει ότι οι ανώτατοι δικαστές καταλαμβάνονται από το όριο ηλικίας στο 67ο έτος της ηλικίας. Ο κανόνας αυτός φαλκιδεύει στην πράξη την ισοβιότητα των δικαστών, την οποία επίσης το Σύνταγμα καθιερώνει. Η ισοβιότητα αποτελεί τη βάση της δικαστικής ανεξαρτησίας.

     Το ζήτημα που απασχολεί τους εμφανιζόμενους ως υποστηρικτές της ισχύουσας νομοθετικής πρόβλεψης είναι η επετηρίδα. Χωρίς σχετική μελέτη προβάλλεται, ότι η αλλαγή των ορίων θα επιφέρει μεγάλη καθυστέρηση στις προαγωγές και θα καθυστερήσει την εξέλιξη των νεωτέρων επ’ ωφελεία των παλαιοτέρων. Δεν είναι παράδοξο για τη χώρα μας, ότι η συζήτηση αυτή εκπίπτει εύκολα σε συντεχνιακό, συνδικαλιστικό επίπεδο, και όχι στην εξ επόψεως διοικητικής επιστήμης προσέγγιση, λαμβανομένων μάλιστα ιδιαιτέρως υπόψη των επίκαιρων δεδομένων. Σε κάθε περίπτωση η προβολή του ισχυρισμού αυτού δεν αποτελεί ισχυρή δικαιολογία, για το λόγο ότι η καθυστέρηση στην εξέλιξη δεν θα είναι μεγάλη, θα βοηθήσει και στην εξέλιξη κάποιων δικαστών που τους αδικεί η επετηρίδα και σε κάθε περίπτωση, η όποια αλλαγή των ορίων ισχύει για όλους και κάνει πιο δυνατούς τους δικαστές, θωρακίζοντας περισσότερο την δικαστική ανεξαρτησία. Άλλωστε γιατί αποτελεί επιχείρημα η επετηρίδα, για να μη προχωρήσει μια αναγκαία ισχυροποιητική της δικαστικής ανεξαρτησίας αλλαγή, πότε ήταν δίκαιη η επετηρίδα ,άλλοι γίνονται πρόεδροι στα επτά χρόνια, άλλοι στα δώδεκα, άλλοι στα δεκαπέντε και άλλοι στα είκοσι. Πρέπει κάποιοι να σταματήσουν να βλέπουν τον εαυτό τους σαν το κέντρο της γης. Από την αλλαγή του ορίου επωφελούνται όλοι, μηδενός εξαιρουμένου και κυρίως θωρακίζεται η δικαστική ανεξαρτησία, μέσα από την ενίσχυση της προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστών.

     Το 67ο έτος αποτελεί, με τις σημερινές συνθήκες υγείας και τον σημερινό μέσο όρο ζωής, χαμηλό όριο που δεν είναι πλέον αποδεκτό. Ο δικαστής στο 67ο έτος έχει συγκεντρώσει γνώσεις, πείρα και, συνήθως έχει διευρύνει την σκέψη του, γύρω από το αντικείμενο της εργασίας του. Με τη συνταξιοδότηση τα προσόντα αυτά πάνε χαμένα, ενώ η υγεία συνήθως τού επιτρέπει να τα αξιοποιήσει. Πολλοί δικαστές στρέφονται να σταδιοδρομήσουν ως μέλη ανεξάρτητων αρχών. Απευθύνονται στην εκτελεστική εξουσία που τούς προσφέρει αυτές τις θέσεις. Πριν συνταξιοδοτηθούν οι δικαστές στρέφονται στις κυβερνήσεις και τα κόμματα, για να εξασφαλίσουν μια θέση μετά την συνταξιοδότηση. Αυτή η τακτική είναι ανεκτή, δεν ξέρω αν είναι νόμιμη σε κάθε περίπτωση δεν είναι ηθική. Χωρίς ισοβιότητα δεν υπάρχει δικαστική ανεξαρτησία. Το 75ο έτος ως όριο ηλικίας είναι ένα βήμα προς την ισοβιότητα. Το όριο των 70 ετών για τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης είναι γενικώς αποδεκτό σε συνάρτηση με τον μέσο όρο ζωής, που πλέον ανέρχεται στα 87 έτη. Οι συνδικαλιστικές ενώσεις των δικαστών, οι οποίες έχουν ένα λόγο για το ζήτημα αυτό, θα έπρεπε να δουν το θέμα σε όλες του τις διαστάσεις και να τοποθετηθούν υπεύθυνα για το θέμα αυτό. Δημοψηφίσματα και πρόχειρες ψηφοφορίες, δεν μπορούν να είναι εμπόδιο σε ένα ζήτημα που αφορά την θωράκιση μιας από τις λειτουργίες του κράτους.

     Για τα όρια ηλικίας αποχώρησης των δικαστών, δεν ήρθε ποτέ η μεταπολίτευση, αφού παρέμειναν όπως τα προσδιόρισε η χούντα. Ο αναθεωρητικός νομοθέτης οφείλει να βάλει στην φαρέτρα του δικαστή, την αύξηση των ορίων ηλικίας, και μέσω αυτής την ενδυνάμωση της προσωπικής τους ανεξαρτησίας, ώστε ο Έλληνας πολίτης να έχει ένα ισχυρότερο καταφύγιο για την προστασία των δικαιωμάτων του.

       Πειραιάς 30-12-2018