ΕΝΩΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

Λ.Ριανκούρ 85, γρ. 217–218, 2ος όροφος

Αμπελόκηποι–Αθήνα, ΤΚ 115-24

Τηλ 210-6996688 και 210-6980777

FAX: 210-6998848

mail:Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

                                                                                        

Αθήνα, 15.10.2018

Αρ Πρωτ. 78

   

ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΙΑΡΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ 

ΥΠΟΜΝΗΜΑ

ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

ενόψει της επεξεργασίας του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων «Επείγουσες ρυθμίσεις για την υποβολή δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης και άλλες διατάξεις».

           

Αξιότιμοι κύριοι Βουλευτές,

           

            Σας υποβάλλουμε τις παρατηρήσεις της Ένωσής μας, ενόψει της επεξεργασίας του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων «Επείγουσες ρυθμίσεις για την υποβολή δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης και άλλες διατάξεις». Επισημαίνουμε ότι οι δικαστικοί λειτουργοί υποβάλλουμε ανελλιπώς από το έτος 1996 (βάσει του ν. 2429/1996) δηλώσεις «πόθεν έσχες». Ουδέποτε εναντιωθήκαμε και ούτε τώρα εναντιωνόμαστε στην υποχρέωση καθαυτή υποβολής δηλώσεων. Πλην όμως έχουμε το δικαίωμα να ζητάμε η διαδικασία υποβολής και ελέγχου των δηλώσεων «πόθεν έσχες» να θεσπίζονται κατά τρόπο συμβατό με το Σύνταγμα. Το Συμβούλιο της Επικρατείας σε Ολομέλεια με την 3312/2017 απόφασή του έχει χαράξει τις κατευθυντήριες γραμμές της εν λόγω συμβατότητας.

            Η Ένωση Διοικητικών Δικαστών επιφυλάσσεται για τις ακόλουθες (κατά σειρά σημασίας) προβλέψεις του σχεδίου νόμου:

            1) Mε το άρθρο 3 παρ. 15 του σχεδίου νόμου προβλέπεται η υποχρέωση των υπόχρεων να επισυνάπτουν ηλεκτρονικά μια σειρά δικαιολογητικά (τίτλους, παραστατικά κλπ.) και ειδικότερα: α) τα συμβόλαια των ακινήτων, β) βεβαιώσεις επενδυτικών προϊόντων και χαρτοφυλακίων χρηματοοικονομικών προϊόντων, γ) βεβαιώσεις ή παραστατικά από τα οποία να προκύπτουν τα υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών ή τα κάθε είδους χρηματιστηριακά και ασφαλιστικά προϊόντα και συμμετοχές σε κεφάλαια funds και trusts, δ) παραστατικά των τραπεζών, ταμιευτηρίων και άλλων ιδρυμάτων για τη μίσθωση θυρίδων, ε) παραστατικά αγοραπωλησίας ή πράξεις της φορολογικής αρχής για κινητά αξίας άνω των 40.000 ευρώ, στ) άδειες κυκλοφορίας οχημάτων, πλωτών και εναερίων μεταφορικών μέσων και παραστατικά αγοράς ή πώλησής τους, ζ) παραστατικά για συμμετοχή σε εταιρείες ή επιχειρήσεις, η) παραστατικά από τα οποία να προκύπτουν οι δανειακές υποχρεώσεις προς πιστωτικά ιδρύματα, λοιπά νομικά και φυσικά πρόσωπα κατά την ημερομηνία αναφοράς της δήλωσης ή σε περίπτωση αρχικής κατά το χρόνο κτήσης της ιδιότητας και θ) παραστατικά για τις οφειλές άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ που υφίσταται κατά τις παραπάνω ημερομηνίες και προέρχεται από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους προς το Δημόσιο, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ ή εισφορές σε οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. Κατά την άποψη της Ένωσής μας η διαδικασία της συγκέντρωσης και ηλεκτρονικής επισύναψης όλων των προαναφερόμενων τίτλων και παραστατικών υπερακοντίζει το σκοπό του νόμου και με την έννοια αυτή συνιστά περιττή και χρονοβόρα διαδικασία, που δεν είναι αναγκαία για τον αποτελεσματικό έλεγχο των δηλώσεων, αφού θα αναφέρονται από το δικαστή στη δήλωση όλα τα αναγκαία στοιχεία. Αντί για την ηλεκτρονική επισύναψη των εν λόγω δικαιολογητικών προτείνουμε να προβλέπεται μόνο η υποχρέωση δήλωσης των σχετικών δεδομένων και να εξουσιοδοτεί ο υπόχρεος την αρμόδια ελεγκτική αρχή να επιβεβαιώνει τα δεδομένα που δηλώνονται.

      2) Με το άρθρο 1 παρ. 14 του σχεδίου νόμου προβλέπεται η υποχρέωση   υποβολής δήλωσης «πόθεν έσχες» για τρεις (3) χρήσεις μετά το έτος απώλειας της ιδιότητας του υπόχρεου και όχι μόνο για μία (1), όπως ισχύει έως σήμερα. Η πρόβλεψη αυτή αποτελεί υπέρμετρη επιβάρυνση, ιδίως για τους συνταξιούχους, οι οποίοι θα καλούνται μια τριετία, ήτοι για ικανό χρονικό διάστημα, μετά την απώλεια της ιδιότητας του υπόχρεου να υποβάλλονται σε μια πολύπλοκη και γραφειοκρατική διαδικασία, επιβάρυνση, η οποία ουδόλως είναι πρόσφορη σε σχέση με τους σκοπούς θέσπισης μηχανισμού ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν. 3213/2003. Προτείνουμε να παραμείνει η σχετική υποχρέωση για μία (1) χρήση μετά το έτος απώλειας της ιδιότητας του υπόχρεου, όπως ισχύει σήμερα. 

       3) Με το άρθρο 5 παρ. 2 του σχεδίου νόμου προβλέπεται ότι οι δικαστικοί λειτουργοί – μέλη της Επιτροπής Ελέγχου και οι αναπληρωτές τους θα ορίζονται με απόφαση των Προέδρων των οικείων Δικαστηρίων. Εν προκειμένω και δεδομένου ότι, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο (5) του σχεδίου νόμου, οι δικαστικοί λειτουργοί θα υπηρετούν στην Επιτροπή Ελέγχου για δύο έτη με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, εγείρονται ζητήματα συνταγματικότητας, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 90 παρ. 1 εδ. α΄ του Συντάγματος, απόφαση απομάκρυνσης δικαστικού λειτουργού από τα δικαστικά του καθήκοντα και τοποθέτηση αυτού σε άλλη θέση μπορεί, σύμφωνα να ληφθεί μόνο από το οικείο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Μάλιστα σύμφωνα με την ισχύουσα ρύθμιση του άρθρου 3Α του ν. 3213/2003, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 175 παρ. 1 του ν. 4389/2016, οι ανώτατοι δικαστές – μέλη της Επιτροπής Ελέγχου ορίζονται με απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Τονίζουμε ότι αν δεν αλλάξει η εν λόγω πρόβλεψη, ενδέχεται να ακυρωθούν όσες κυρώσεις τυχόν επιβληθούν από την Επιτροπή Ελέγχου, λόγω κακής συγκρότησης αυτής.

      4) Με το άρθρο 7 παρ. 2 του σχεδίου νόμου προβλέπονται ιδιαίτερα αυστηρές ποινές για την παράλειψη υποβολής ή για υποβολή ανακριβούς ή ελλιπούς δήλωσης, χωρίς, όμως, να γίνεται σύνδεση των ποινών αυτών με την προέλευση του περιουσιακού οφέλους από την εκμετάλλευση της ιδιότητας του υπόχρεου, όπως στην ισχύουσα ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3213/2003 (βλ. και ΣτΕ Ολομ. 2649/2017 σκ. 37). Δηλαδή η επιβολή ιδιαίτερα αυστηρών ποινών ανεξάρτητα από την εκμετάλλευση της ιδιότητας του υπόχρεου αποτελεί στην ουσία επιβολή στους υπόχρεους για υποβολή δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης ιδιαίτερων ποινών για φορολογικές παραβάσεις, αποκλειστικά και μόνο λόγω της ιδιότητάς τους ως υπόχρεων, κατά παράβαση της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας, στο μέτρο που αντίστοιχες ποινές δεν επαπειλούνται για τους φορολογούμενους –  μη υπόχρεους σε υποβολή δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης.

       5) Όπως προκύπτει από τον πίνακα 07. του Παραρτήματος 1, με το εν λόγω σχέδιο νόμου θεσπίζεται ειδικότερη υποχρέωση να δηλώνεται αναλυτικά, όχι μόνο το ποσό του υπολοίπου που υπήρχε στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς στις 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου της δήλωσης έτους και τις πηγές προέλευσης αυτού, αλλά επιπλέον και συγκεκριμένα ποιο ποσό από το εν λόγω υπόλοιπο προέρχεται από ποια συγκεκριμένη πηγή εισοδήματος. Σε περίπτωση, όμως, που τα κατατεθέντα στον λογαριασμό ποσά προέρχονται από διάφορες πηγές (π.χ. αποδοχές, μισθώματα κλπ.) η ρύθμιση αυτή υποχρεώνει στα αδύνατα, αφού είναι αδύνατο, όταν κανείς πραγματοποιεί αναλήψεις από τον τραπεζικό του λογαριασμό, να γνωρίζει με βεβαιότητα από ποια συγκεκριμένη πηγή εισοδήματος αναλήφθηκαν τα χρήματα, τα οποία ως αντικαταστατά πράγματα, εισερχόμενα στον λογαριασμό, αναμιγνύονται με τα ήδη υπάρχοντα σε αυτόν και είναι αδύνατο να διαχωριστούν ανάλογα με την πηγή προέλευσής τους.

Μετά τιμής

ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

               Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                  Ο ΓΕΝΙΚΟΣ  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

           ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΛΑΪΝΙΩΤΗ                                 ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΑΪΤΑΣ

         ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ ΔΔ                                   ΕΦΕΤΗΣ ΔΔ